Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

ΤΗΣ ΔΟΥΛΗΣ ΑΥΤΟΥ»«ΟΤΙ ΕΠΕΒΛΕΨΕΝ ΕΠΙ ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΝ


web statistics


(Ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ» Α.Τ. 2085 2014 σελ. 121-122)

Ἡ πάναγνη Κόρη τῆς Ναζαρέτ ἀνυμνεῖ τόν Κύριο, διότι «ἐπέβλεψεν», ἔρριξε βλέμμα εὐμενές, βλέμμα εὐαρεσκείας, στή μικρότητα, στήν ἀσημότητά της. Ἡ Παναγία Παρθένος ἦταν στολισμένη μέ ὅλες τίς ἀρετές, μέ ὅλα τά χαρίσματα. Αὐτό ἐπιβεβαιώνει ἡ προσφώνηση «Κεχαριτωμένη», μέ τήν ὁποία τήν προσφώνησε ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ τήν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἀλλά στήν ἐξαίρετη ὠδή της, πού τήν ἔψαλε μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καταθέτει ὅτι ὁ ἅγιος Θεός εὐαρεστήθηκε «ἀπό τήν ὑπερβάλλουσαν αὐτῆς ταπεινοφροσύνην»: «Ἐπέβλεψεν ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ» (Λουκ. α΄ 48).

«Χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία,
ὁ Κύριος μετὰ σοῦ, εὐλογημένη, σὺ ἐν γυναιξί...»

«Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου». 

Ἡ Θεοτόκος δέν ἔκανε καμμιά ἀπολύτως ἐνέργεια προβολῆς καί ἐπιδείξεως. Ἀπεναντίας, διακρινόταν γιά τή βαθύτατη ταπείνωσή της, πού ἦταν χάρισμα καί δωρεά τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος, ἀγαποῦσε τήν ἀφάνεια, τήν ἀθόρυβη ζωή. Γενι­κῶς, ἡ ταπείνωση ἀγαπᾶ νά κρύβεται. Δέν φουσκώνει σάν τό παγώνι, δέν ἐπιδεικνύ­εται.
Γι' αὐτό καί ὁ ἅγιος Θεός περισσότερο ἀπό ὅλους ἀναπαύεται στούς ταπεινούς ἀνθρώπους. «Ἐπί τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ' ἤ ἐπί τόν ταπεινόν καί ἡσύχιον καί τρέμοντα τούς λόγους μου;», μᾶς βεβαιώνει μέ τή γραφίδα τοῦ προφήτου Ἡσαΐου (Ἡσ. ξς΄ [66] 2). Σέ ποιόν ἄλλον νά στρέψω εὐμενές τό βλέμμα μου παρά στόν ταπεινό, στόν ἤρεμο ἄνθρωπο, σ' αὐτόν πού σέβεται τόν νόμο μου καί τά προστάγματά μου, σ' αὐτόν πού βαδίζει σύμφωνα μέ τό ἅγιο θέλημά μου! Τό ρῆμα «ἐπιβλέπω» σημαίνει παρατηρῶ κάποιον μέ θαυμασμό, ἐντυπωσιάζομαι ἀπό τήν ἀκεραιότητα τοῦ χαρακτήρα του, ἀπό τήν πνευματική ἀρχοντιά του. Ἐμεῖς θαυμάζουμε αὐτούς πού στίς ἐπίσημες τελετές καί ἐκδηλώσεις καταλαμβάνουν τίς πρῶτες θέσεις. Ἀλλά ἡ Θεοτόκος μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Τριαδικός Θεός παρατηρεῖ μέ θαυμασμό τούς ταπεινούς ἀνθρώπους, πού πολλοί ἀπό αὐτούς εἶναι κατά κόσμον ἀφανεῖς καί ἄσημοι.
Ἡ Κεχαριτωμένη εἶχε τήν αἴσθηση ὅτι κανείς δέν τήν ξέρει, κανείς δέν τή βλέπει, κανείς δέν τήν παρατηρεῖ. Και ὅμως τήν ἤξερε, τήν ἔβλεπε καί τήν παρατηροῦσε μέ θαυμασμό ὁ εὐλογητός Τριαδικός Θεός. Ἡ πάνσεμνος Κόρη καλλιεργοῦσε τό αἴσθημα τῆς ἀσημαντότητας, τῆς μικρότητας, τῆς εὐτέλειας τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς της «συγκρινομένης πρός τό ὕψος τῆς θείας φύσεως καί μεγαλειότητος». Πίστευε βαθειά ὅτι εἶναι «δούλη Κυρίου», ἀσήμαντη, μικρή, ἀδύνατη. Ἀλλ' ὁ Θεός τήν ἐπέλεξε ὡς τό καταλληλότερο πρόσωπο γιά νά γίνει Μητέρα Του κατά τήν ἐναν­θρώπησή Του.
Ὅταν ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος συναντήθηκε στήν ὀρεινή Ἰουδαία μέ τή θεία της Ἐλισάβετ καί ἔψαλε τήν ὑπέροχη ὠδή της, «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον...», κυοφοροῦσε ἤδη τόν ἐνανθρωπήσαντα Κύριο. Κι ἐνῶ ὑπηρετοῦσε τό «μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριον», μιλάει μέ τόση ταπείνωση γιά τόν ἑαυτό της. ἐκεῖνος ἐπέβλε­ψε σέ μένα τήν ταπεινή. Ἐκεῖνος ἐνήργησε τό μυστήριο τῆς σαρκώσεώς Του. Ἐγώ ποιά ἤμουν, γιά νά μοῦ ἀνατεθεῖ τόσο σπουδαῖο ἔργο: «Τίς εἰμι ἐγώ πρός τοσοῦτον ἔργον; Αὐτός ἐπέβλεψεν, οὐκ ἐγώ προσεδόκησα. Ταπεινή γάρ ἤμην καί ἀπερριμ­μένη». Δέν εἶναι δικό μου τό κατόρθωμα. Ὁ ἅγιος Θεός μέ ἀγάπησε, μέ τίμησε, μέ πῆρε ἀπό τήν ἀσημότητα καί μέ ἀνέδειξε Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Σ' Αὐτόν ἀνήκει ἡ τιμή, ἡ δόξα καί τό κράτος.
Ἐκπλησσόμαστε ἀπό «τήν ὑπερβάλλουσαν αὐτῆς ταπεινοφροσύνην»! Κυριευό­μαστε ἀπό θαυμασμό καί ἔκσταση! «Κατά ἀλήθειαν ἀπορεῖ κάθε νοῦς, καί ἐξίσταται κάθε διάνοια, ὅταν στοχασθῆ τήν ἐσχάτην ταπείνωσι, ὁπού εἶχεν ἡ Θεοτόκος. διότι αὐτή, ἀγκαλά καί ἔφερεν (μολονότι ἔφερε) ἐν τῆ παρθενικῆ αὐτῆς κοιλία τόν τά πάντα φέροντα Θεόν Λόγον, ἀγκαλά καί ἦτον (παρ' ὅλο πού ἦταν) μήτηρ ἀληθής τοῦ Θεοῦ καί βασίλισσα πάντων τῶν κτισμάτων ὁρατῶν τε καί ἀοράτων, μ' ὅλον τοῦτο ὀνομάζει ἑαυτήν δούλην Θεοῦ. ἕνα μέν, διότι κατά τήν φύσιν καί δημιουργίαν ἦτο δούλη Θεοῦκατά τό "Τά σύμπαντα δοῦλα σά" (Ψαλμ. ριη΄ [118] 91) . καί ἄλλο δέ, διά τήν ἄκραν αὐτῆς καί ἐσχάτην ταπείνωσιν. ὅσον γάρ ἦτον μεγάλη καί ὑψηλή, τόσον περισσότερον ἐταπείνωσε τόν ἑαυτόν της...», ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης (Κῆπος Χαρίτων, ἔκδ. Ρηγοπούλου, σελ. 204).
Ἄς παραδειγματισθοῦμε ἀπό τήν «ὑπερβάλλουσαν ταπεινοφροσύνην» τῆς Πα­ναγίας Παρθένου, πού μιμεῖται τήν ταπείνωση τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Κυρίου μας, ὁ ὁποῖος «ἐταπείνωσεν ἑαυτόν μορφήν δούλου λαβών». Νά ἀγαπήσουμε κι ἐμεῖς τήν ταπείνωση περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη ἀρετή. Ἰδίως νά ταπεινωνόμαστε, ὅταν στεκόμαστε σέ στάση προσευχῆς, ὅταν ἐπικαλούμαστε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ! Καί ὅπως ἡ Θεοτόκος ἔψαλε τήν ὑπέροχη ὠδή της στόν Κύριο καί διεκήρυξε μέ τόν πνευμα­τοκίνητο ὕμνο της ὅτι ὁ Κύριος«ἐπέβλεψεν ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ», ἔτσι κι ἐμεῖς νά ὁμολογοῦμε ὅτι ὁ Κύριος ἐπιβλέπει, εὐλογεῖ καί χαριτώνει τούς ταπεινούς ἀνθρώπους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου