Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

Φράσον εἰς ἡμᾶς, γλυκειά μας Μανούλα,


web statistics

Ἡ Μητέρα μας η Παναγία


Γέρων Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής

«... Ἀκούσατέ μου, λοιπόν, ἐνωτίσασθέ μου τούς λόγους, ὅτι μέλλω εἰπεῖν εἰς ὑμᾶς ὄντως φοβερόν καὶ ἀπόκρυφον καί τῆς Οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ τό μέγα Μυστήριον. Οὐ φθονῶ τήν ὠφέλειαν, οὐ κρύπτω ὅ οἶδα ὡς ὁ κρύψας τό τάλαντον, οὐ δειλιῶ τάς ἀπειλὰς τῶν δαιμόνων ὅπου ὠρύονται κατ' ἐμοῦ ἐμφανίζοντος τοιαῦτα μυστήρια, ἀλλ' ἐλπίζω εἰς τάς εὐχάς σας.

Ἐλᾶτε λοιπόν πᾶσαι ὅμου κατά τάξιν καθάρατε στόματα δι’ ἀληθείας, ἁγνίσατε σώματα διά νηστείας καί ἁγιάσατε πνεύματα διά προσευχῆς- γίνετε νήπια σώματα καὶ ἡγεμονικά πνεύματα- πτεροφυήσατε καὶ ἀπό σκώληκες γίνετε πεταλοῦδες- μηδέν γήινον ἀφήσετε εἰς τόν νοῦν σας- πετάσθητε πλησίον μου, κἀγὼ ὑμῶν προπορεύομαι- μέλλει γάρ νά διέλθωμεν τόν αἰθέρα! Μή φοβῆσθε ποσῶς, κἀγὼ πολλάκις ἀνῆλθον καὶ γινώσκω τόν δρόμον. Ἀκολουθῆτε λοιπόν δορκάδες τοῦ Ἰησοῦ μοῦ κατόπιν ἡ μία τήν ἄλλην- ἀφήσατε τόν νοῦν σας ἐλεύθερον νά φαντασθῆ τά οὐράνια καί ἰδού μᾶς ἀνοίγεται ἡ θύρα τοῦ Παραδείσου!...
 
Ἔνθεν κἀκεῖθεν οἱ Ἄγγελοι παραστέκονται, Χερουβὶμ καὶ Σεραφίμ- Ἑξαπτέρυγα περιΐπτανται δεξιά καὶ ἀριστερά- ἀδαμάντινα τείχη- μυρίπνοα ἄνθη χρυσοφαῆ εὐωδιάζουν τά πέριξ, ἔνθα στρουθία διάφορα μυριόχρωμα μελιρίζουν διάφορα τερερίσματα καί τόν νοῦν μας ἀπό θεωρίας εἰς θεωρίαν ἀνάγουν-τό ἔδαφος ὡσεὶ χιὼν λευκόν καί μέσον αὐτοῦ τῆς Ἀνάσσης ἡμῶν καί Πανάχραντου Μητρός τό μέγα Παλάτιον....

Τρεχάτε, λοιπόν, διότι ἐμᾶς περιμένει ἡ γλυκειά μας Μανούλα! Μή προσέχετε εἰς τούς Ἀγγέλους, διότι γέγραπται μήτε οἱ Ἄγγελοι νά μᾶς χωρίσουν ἐκ τῆς ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ...

Καὶ ἰδού, ὁ καλός θυρωρός μᾶς ἀνοίγει, ὁ πυρίμορφος Ἄγγελος καὶ ἡ γλυκειά μας Μανούλα, ὡσεὶ χιὼν λευκή, ἐγείρεται καὶ μᾶς κάμνει ὑποδοχήν!...

Ὦ γλυκειά μας Μανούλα, ὦ φῶς τῆς ψυχῆς μας, ὦ ἀγάπη ἀνόθευτος, ὦ ζωή τῆς ψυχῆς μας! Μέ τό ὄνομά Σου στό στόμα νά ξεψυχίσωμε, μέ ἕνα γλυκύτατον φίλημα νά μᾶς παραλάβης καί εἰς τούς κόλπους Σου νά ὑποδεχθῆς! Ὦ μάννα, μέλι καὶ νέκταρ γλυκύτατον, ὦ εὐωδία καὶ μυρίπνοον ἄρωμα!...

Πέσατε, λοιπόν, χάμω καί ἀσπασθῆτε τήν γλυκειά μας Μανούλα -πόδας, χείρα καὶ στόμα- καὶ λάβετε εὐωδίαν ἄρρητον ἀπό Ἁγίαν Παρθένον! Μή διστάζετε, ὅτι Αὐτὴ μόνη τόν τρόπον μοί ἐδίδαξε καὶ τήν παρρησίαν καὶ ἄγαπην μοὶ ἔδειξε καὶ μοῦ ἔδωσε!...

Φράσον εἰς ἡμᾶς, γλυκειά μας Μανούλα, τό μυστήριον τῆς ἀπορρήτου οἰκονομίας Σου καί τῆς μετά Σοῦ καὶ ἡμῶν συγγενείας. Ἐσύ, Μανούλα γλυκυτάτη, ὅπου βαστάζεις διά παντός τό γλυκύτατον Βρέφος στήν ἀγκαλιά Σου -Ἐκεῖνο ὅπου βαστάζει τά πάντα διά τοῦ νεύματος, τό Μικρουλάκι δι’ ἡμᾶς ἐν χρόνῳ καὶ Ἄχρονον καὶ Παλαιόν Ἡμερῶν- εἶπε εἰς ἡμᾶς μέ τό μυρίπνοον στοματάκι Σου αὐτά, ὅπου οὐ δύνανται Ἄγγελοι παρακύψαι, τά ὁποῖα ἡμεῖς ἠξιώθημεν!...

Καὶ ἀκούσατε, ἀδελφές μου ἠγαπημένες, καὶ πάλιν: ὁπόταν τελῆται ἡ Θεία Μυσταγωγία, δίδει ἡ γλυκειά μας Μανούλα τό Βρέφος, καί θύεται δι’ ἡμᾶς καὶ ὁπόταν ἡμεῖς κοινωνοῦμεν ἀξίως διά προηγησαμένης νηστείας, διά προαιρετικῆς ἀγρυπνίας, διά κατανυκτικῆς προσευχῆς, ἐσθίομεν τό Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καί τό Αἷμα αὐτό ποὺ ἔλαβεν ἀπό τό Πανάχραντον Αἷμα τῆς Παναγίας. Ἐπίσης, τό Σῶμα τοῦ Κυρίου ἐσθίοντες, θηλάζομεν συνεχῶς τό γάλα τῆς Παναγίας, ὁπότε τί γίνεται εἰς ἡμᾶς; Γινόμεθα γνήσια τέκνα τῆς Παναγίας καί ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ καί κατά χάριν υἱοὶ καί τέκνα Θεοῦ. Καί ὁπόταν ἡμεῖς τόν Χριστόν περιέχομεν ἀπορρήτως εἰς τήν ψυχήν καὶ εἰς τό σῶμα, ἀνουσίως (ὄχι κατ' οὐσίαν, ἀλλὰ κατά χάριν) - ἐπειδή εἶναι σύν Πατρὶ ἀδιαίρετος - καί τόν Πατέρα συνέχομεν ὁμοῦ καί τό Ἅγιον Πνεῦμα!

Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπερφυεστάτη συγγένεια ὅπου ἀπό τήν Παναγία καί γλυκειά μας Μανούλα ἐλάβομεν!

Βλέπετε ὁποίας δωρεὰς μᾶς ἠξίωσε ἡ γλυκειά μας Μανούλα; Βλέπετε πόσον χρεωστοῦμεν νά ἀγαπῶμεν Αὐτήν; Δι’ αὐτό πρέπει ἀδιαλείπτως ὡς βρέφη νά προσεγγίξωμεν καί συχνά τόν θεῖον μαστόν Της νά λαμβάνωμεν νά θηλάζωμεν ὡς ἄκακα τέκνα της. Εἰς κάθε φορὰν ὅπου μέλλει νά κοινωνήσωμεν, νοερῶς νά λαμβάνωμεν τόν μαστόν νά θηλάζωμεν καί ὁ γλυκύς Ἰησοῦς ὁ μικρούλης εἰς τήν ἀγκάλήν Της, ὑποχωρεῖ καί μᾶς δίδει τήν ἄδειαν- δέν ζηλοτυπεῖ εἰς τήν ἄφθονον διανομήν τῆς Μανούλας Του, ἀλλὰ χαίρεται καὶ μᾶς προσκαλεῖ: Τυλιχθῆτε ὡς βρέφη εἰς τό φόρεμα τῆς Μανούλας μας καί πληρωθῆτε ἁγνείας ἀπό θεῖον σῶμα παρθενικόν- εὐωδιάσατε ἀπ' Αὐτήν! Δέν εἶδα ἐγὼ ἄλλον τι ὅπου τόσον νά ἀρέση ἡ Παναγία ὡς τήν ἁγνείαν, καὶ ὅποιος θέλει νά ἀπόκτηση τήν πολλήν Της ἀγάπην, ἄς φροντίζη νά καθαρεύη καί διαρκῶς θά τόν περιθάλπη στούς κόλπους Της καί κάθε οὐράνιον θά τοῦ δίδη...».

[Ἀπόσπασμα ἐπιστολῆς τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος ᾿Ιωσὴφ τοῦ ῾Ησυχαστοῦ, γραμμένης ἀπὸ τὰ σπήλαια τῆς Μικρᾶς ῾Αγίας ῎Αννης τοῦ Ἁγίου Ὄρους τὸ ἔτος 1947 πρὸς Μοναχική Αδελφότητα στὸ ὁποῖο μὲ εκπληκτική χάρη καὶ τόλμη εἰσδύει στὰ βάθη καὶ πετᾶ στὰ ὕψη τῆς γνωστῆς εἰς αὐτὸν πνευματικῆς πραγματικότητος, γιὰ νὰ μᾶς μυήση στὰ «μυστήρια τοῦ Θεοῦ» καὶ μάλιστα στὸν τρόπο «συγγενείας» μας μὲ τὴν Παναγία Μητέρα μας.]

Πηγή: Αγάπη εν Χριστώ

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

"Η Παναγία Ηλιόκαλη"


web statistics

  



Κώστα Κρυστάλλη - Άπαντα
απόσπασμα από το κεφάλαιο 
"Οι Βλάχοι της Πίνδου - Μαλακάσι" 
 ...Μετ' ὀλίγον, δηλ. μετ' ἄνοδον ἡμισείας σχεδὸν ὥρας ἀπὸ τῆς βρύσης τοῦ Μπορδοβάρι (= το σημερινό Χαροκόπι), ἐφάνη πρὸ ἡμῶν ἐπὶ τινος ὑψώματος ἐν μέσῳ δάσους σκιεροῦ, ὑψηλὸν τετράγωνον περιτείχισμα, τὸ ὁποίον ἐκ πρώτης ὄψεως ἐξέλαβα ὡς φρούριον τοῦ Ἀλῆ πασᾶ ἤ κανενὸς αὐθέντου Ἑνετοῦ. Στραφεὶς ὅμως ἵνα ἐρωτήσω τὸν ὄπισθεν ἐρχὀμενον ἀγωγιάτην μου, εἶδον αἰφνιδίως αὐτὸν μὲ τὰ βλέμματα προσηλωμένα ἐπὶ τοῦ τείχους ἐπάνω νὰ σταυροκοπῆται καὶ νὰ ψυθιρίζῃ μετ' εὐλαβείας:

- Θέ μ΄ Παναγία μ΄ Ἡλιόκαλλη,  Θέ μ΄ Παναγία μ΄ Ἡλιόκαλλη,Θέ μ΄ Παναγία μ΄ Ἡλιόκαλλη. Τρίς. 

    Ἐνῶ εἶχα λοιπὸν σκοπὸν νὰ τὸν ἐρωτήσω τί φρούριον ἥτο αύτό, ἤδη δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ τὸν ἐρωτήσω τί μοναστῆρι εἶναι.

- Ἡ Ἅϊ - Ἡλιόκαλλη, γυιέ μου, ἀπάντησε προθύμως ὁ μπάρμπα - Γιάννης, μεγάλ΄ ἡ χάρι της, καὶ ἐσταυροκοπήθη καὶ πάλιν.

- Τότες ἐδῶ νὰ κάνουμε μεσημέρι, μπαρμπα -Γιάννη.


    Διήλθομεν μίαν παλαιὰν βρύσιν (=εννοεί τη βρύση του Μύταρη, η οποία σήμερα έχει προσχωθεί από το χείμαρρο), ἐπηδήσαμεν ἕνα χείμαρρον βαθὺν καὶ ἀνελθόντες χλοερόν τινα λόφον εὑρέθημεν πρὸ τῆς σιδηρᾶς θύρας τῆς μονῆς, ὅποὰἀφιππεύσαμεν. Ἡ θύρα ἦτο κεκλεισμένη καὶ διὰ τοῦτο ἐχρειάσθη να κτυπήσωμεν καὶ νὰ φωνἀξωμεν... 

                                                

...Ὁ ναΐσκος κεῖται ἀκριβῶς εἰς τὸ μέσον τῆς αὐλῆς, αἱ δὲ μεσημβριναὶ καὶ δυτικαὶ πλευραὶ τοῦ τείχους τοῦ περιβόλου ἔσωθεν περιλαμβάνουσιν ἀρκετὰ κελλία καὶ ὑπόγεια, πρὸ τῶν ὁποίων προεξέχει ξύλινος ἐξώστης ἐκτεινόμενος κατὰ μῆκος αὐτῶν... 


...Κατὰ τοὺς παλαιοὺς χρὀνους κάποιος ἱερεὺς ὀνόματι Ἀθανάσιος ἐκ τοῦ παρακειμένου χωρίου Βέρζας (= δεν υπάρχει σήμερα, στη θέση του αναπτύχθηκε το χωριό Πλατανιά), πρὶν κτισθῇ ἡ μονή, ἔβλεπε τὰς νύκτας φῶς λάμπον εἰς τὰ δἀση ταῦτα. Ἐρχόμενος δ' ἐπὶ τὀπου τὴν ἡμέραν οὐδὲν ἔβλεπε, διότι τὸ φῶς τὴν νύκτα μόνον ἐφαίνετο. Μετὰ τεσσαράκοντα ὁλοκλήρους τοιαύας νύκτας ἐκίνησεν ἐκ τοῦ χωρἰου του ὁ Παπαθανάσης μίαν ἡμέραν μετ' ἄλλων συναδέλφων ἱεροφορεμένων καὶ μετὰ δοξολογίας καὶ ἁγιασμοῦ ἧλθεν εἰς τὸ δάσος. Τότε ἐφανερώθη εῖς αὐτὸν ἐπὶ τῆς κορυφῆς μιᾶς γηραιᾶς πρίνου, ἡ λάμπουσα εἰκὼν τῆς Θεοτὀκου φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν "Ἡλιοκαλής", τοὐτέστιν ὁμοία πρὸς τὸν ἥλιον κατὰ τὴν καλλονήν. Κατεβίβασεν ὁ Παπαθανάσης τὴν εἰκόνα ἀπὸ τοῦ δένδρου καὶ πωλήσας τὴν οἰκίαν του ἔκτισε τὸν ναόν, εἰς ὅν κατέθηκε τὴν εἰκόνα καὶ ἀφιέρωσε πάντα τὰ κτήματά του, ἀφιερώθη δὲ καὶ αὐτὸς οἰκογενειακῶς. Οὕτως ἐκτίσθη ὁναός, ὅστις ἀκολοὐθως ἀνεκαινίσθη κατὰ καιρούς, ἕως ὅτου ἐπὶ Ἀλῆ - πασᾶ, πρὸ τοῦ 1806, ὁ ἡγούμενος Ἀγάπιος ἀνήγειρε τὰ τείχη. Εἰς ἀπόδειξιν μοὶ ἔφερεν ὀ κ. Ζενεράλης τὸν κατάλογον τῶν ἡγουμένων τῆς μονῆς ἧς πρῶτος δείκνυται ὁ Ἀθανάσιος. Ἐν τᾦ καταλόγῳ αὐτῷ ἠρίθμησα ὑπὲρ τοὺς 50 ἱερομονάχους, 20 μοναχάς, 15 πρεσβυτέρας, πλείστους ἱερεῖς καὶ τρεις ζωγράφους, οἵτινες κατὰ καιροὺς ἱστόρησαν τὸν ναόν.



   Μετὰ ταῦτα ὁ κάλλιστος αὐτὸς ἔφορος τῆς μονῆς μὲ ὡδήγησεν ἐντὸς τοῦ ναοῦ, ὅπου ἐπὶ τῆς θύρας τοῦ νάρθηκος μοὶ ἔδειξεν ἐπιγραφὴν τινα γραπτήν, καθ' ἥν ὁ ναὸς ἐν ἔτει ᾳριγ΄ 
(1113) ἱστορήθη (ἐζωγραφήθη), ἄρα ἐκτίσθη πρὸ τοῦ ἔτος τούτου. Μοὶ ἔδειξεν έπίσης ἐντὸς ἀργυρᾶς κάλπης τεμάχια λειψάνων ἀπὸ τὰ ἅγια κόκκαλα τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ, τοῦ Ἁγ. Φιλίππου, τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς καὶ τοῦ Ἀγ. Φωτίου. Μ' ἐπληροφόρησε περὶ τῶν κτημάτων τῆς μονῆς καὶ τῶν δύο μετοχίων αῦτῆς, ἐξ ὧν ἕν είς τὸ χωρίον Κοντινοὺς καὶ τὸ ἕτερον ἐν Ἰωαννίνοις, ὁ ναΐσκος τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ ἐξ Ἰωαννίνων. Εἰς τὸ μετόχιον τῶν Κοντινῶν ἐμόναζον ἄλλοτε μοναχαί, νῦν ὅμως οὐδ' ἄρρην μένει...

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

'Μήτηρ υπάρχουσα της Ζωής'


web statistics


Δημήτρης Κουτρουμπής



Ένα από τα ωραιότερα τροπάρια της Εκκλησίας μας, είναι και το τροπάριο που ψάλλεται κατά την εορτήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. «Εν τη γεννήσει την Παρθενίανεφύλαξας, εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε…». Είναι ωραίον, όχι μόνον διότι περιέχει επιτυχέστατα συμπλέγματα ιδεών, λέξεων και φθόγγων που γεννούν γνησίανποιητικήν συγκίνησιν, αλλά και διότι κατορθώνει εις ολίγας φράσεις να συνοψίση την πίστιν και την πείραν της Εκκλησίας περί του προσώπου και του έργου της Παναγίας εις τηνοικονομίαν της σωτηρίας και την ζωήν του Σώματος του Χριστού. Το τροπάριον αυτό ονομάζει την Παναγίαν «Μητέρα της Ζωής». Ή, ακριβέστερονδιακυρήττει ότι η Θεοτόκος, μετά την κοίμησίν της, δεν «κατέλιπε τον κόσμον» – δεν έπαυσε να εργάζεται και να είναι παρούσα εις τον κόσμον˙ αλλά μετέβη με όλην την ύπαρξίν της, ψυχή τε και σώματι, προς τηνζωήν, πλησίον του Θεού – διότι ήτο, είναι και θα είναι Μήτηρ της Ζωής, «Μήτηρ υπάρχουσα της Ζωής»1.
Τί σημαίνει όμως ότι η Παναγία ήτο, είναι και θα είναι «Μήτηρ της Ζωής»;

Α΄. Σημαίνει, ότι είναι Μήτηρ Εκείνου, τον οποίον ο απόστολος Πέτρος, εις την στοάν του ιερού, την καλουμένην του Σολομώντοςωνόμασεν «αρχηγόν της ζωής»2.
Ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της πίστεως της Εκκλησίας είναι ότι τα πάντα εγένετο δια του Υιού και «χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν»3.
Ο Λόγος του Θεού, το δεύτερον Πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, είναι η υποστατική εκδήλωσις του δημιουργικού θελήματος του Πατρός. Αυτός έδωσεν ύπαρξιν και ζωήν εις παν ότι ζει και υπάρχει. Αυτός έπλασε τον άνθρωπον ικανόν να ζη αιωνίως και ατελευτήτως μετά του Θεού. Και όταν ο άνθρωπος, παρασυρθείς υπό του Πονηρού και απομακρυνθείς από τονΘεόν, κατέστη υπόδουλος του θανάτου και συνεπώς ανίκανος να πραγματοποιήση τον προορισμόν του.
Αυτός «εισέβαλεν» εις τον κόσμον, και έσωσε το έργον του Θεού από τον αφανισμόν, χορηγήσας εις αυτό και πάλιν την δυνατότητα της αθανασίας και της ζωής. Ο Λόγος του Θεού είναι λοιπόν ο αρχηγός – ο δημιουργός και χορηγός της ζωής. Κατά τους Πατέρας, είναι «Αυτοζωή»4 – η ιδία η Ζωή, εις την οποίαν πρέπει να μετέχη και να κοινωνή, όποιος θέλει να αποσείση τον ζυγόν του θανάτου και να πράξη το θέλημα του εν ουρανοίς Πατρός, να ζήση δηλαδή αιωνίως και ατελευτήτως μετ΄ Αυτού.
Πώς όμως εισήλθεν η Ζωή εις τον υπό του θανάτου κυριαρχούμενον κόσμον; Ακριβώς όπως είχεν εισέλθει η Αμαρτία και ο Θάνατος – δι΄ενός ανθρώπου˙ τη συνεργεία μιας γυναικός. Η παρακοή της Εύας ήτο το ρήγμα δια του οποίου εισέδυσεν ο Θάνατος˙ η υπακοή της Μαρίας υπήρξεν η πύλη την οποίαν διώδευσεν η Ζωή. «Ιδού η δούλη Κυρίου˙ γένοιτό μοικατά το ρήμα σου»5. Χάρις εις την πρόθυμον και πιστήν αυτήν συμμόρφωσιν της Παρθένου εις το θέλημα του Θεού, ο προαιώνιος Λόγος «επί της γης ώφθη και τοις ανθρώποιςσυνανεστράφη»6. Η πίστις και η αγάπη της ταπεινής αυτής κόρης απέβη το μέσον , δια του οποίου «ο αόρατος ορατόν εαυτόν παρεσκεύασεν και ο ποιητής και δεσπότης των όλων εις των ανθρώπων εγεννήθη»7. Πράγματι, ο Λόγος του Θεού δεν επεφάνη εις τον κόσμον, φέρων προσωπείον ανθρώπου, όπως οι θεοί των Ελλήνων, οι οποίοι, κατά την μυθολογίαν,μετημφιέζοντο εις ανθρώπους, οσάκις ήθελαν να επικοινωνήσουν με τους βροτούς˙ ούτε ήλθεν, περιβεβλημένος φαινομενικόν και αψηλάφητον σώμα, όπως ισχυρίζοντο κατά τον πρώτον ήδη μετά Χριστόν αιώνα διάφοροι αιρετικοί, «οι πλάνοι, οι μη ομολογούντες Ιησούν Χριστόν ερχόμενον εν σαρκί»8.
Αλλ΄ εις μίαν συγκεκριμένην στιγμήν της ιστορίας, επί Καίσαρος Αυγούστου, «ατρέπτως και αναλλοιώτως» – χωρίς δηλαδή την παραμικράν αλλαγήν ή αλλοίωσιν της θεότητόςτου – «εγένετο σαρξ»9, και δια της επελεύσεως του Αγίου Πνεύματος, προσέλαβεν, εις την μήτραν μιας απλής και αφωσιωμένης εις τον Θεόν γυναικός, φύσιν ανθρώπου, αληθινού, πραγματικού, καθ΄όλα ομοίου με ημάς. «Εν ακεραία και τελεία φύσει αληθούς ανθρώπου», γράφει ο Πάπας Λέων ο Μέγας προς Φλαβιανόν τον Κωνσταντινουπόλεως. «Θεός αληθήςετέχθη˙ όλος εν τοις εαυτοίς και όλος εν τοις ημών», με μόνην διαφοράν ότι εγεννήθη «δίχα ρύπου τινός αμαρτήματος»10.
Ως τέλειος άνθρωπος, ο Λόγος του Θεού επάτησε δια του θανάτου του τον Θάνατον και απηλευθέρωσεν τον άνθρωπον από την εξουσίαν του Πονηρού. Και όχι μόνον τοναπελύτρωσεν από την τυραννίδα του Διαβόλου, αλλά τον ανήγαγεν και εις τους ουρανούς. Διότι, κατά την ημέραν της Αναλήψεως, ο Λόγος δεν επέστρεψεν εις τον Πατέρα μόνος, αλλάσυναποκομίζων και την ανθρωπίνην φύσιν, την οποίαν είχε προσλάβει εις τον κόλπον της Μαρίας, της μητρός αυτού. Τώρα, εκ δεξιών του Πατρός, δεν κάθηται απλώς ο προαιώνιοςΛόγος˙ κάθηται ο σαρκωθείς και εκ γυναικός γενόμενος Υιός του Θεού, ο «άνθρωπος Χριστός Ιησούς», ο «μεσίτης» Θεού και ανθρώπων11, ο οποίος εις εν και το αυτό πρόσωπον ενώνει την θείαν και την ανθρωπίνην φύσιν. Χάρις εις την άφραστον και υπέρλογον ένωσιν του Θεού με τον άνθρωπον, η οποία επραγματοποιήθη εις την μήτραν της Παρθένου, ο άνθρωπος, όχι μόνον απηλλάγη από τον ζυγόν του θανάτου και κατέστη εκ νέου ικανός προς ζωήν, αλλά κυριολεκτικώς έγινε «μέτοχος της θείας φύσεως»12, εισήχθη εις την «αιώνιον ζωήν».
Αποτελών, εν τω προσώπω του αναστάντος και αναληφθέντος Κυρίου, μίαν σάρκα με τον Λόγον του Θεού, μετέχει εις την ζωήν της Αγάπης, η οποία αιωνίως συνδέει τα Πρόσωπα της μακαρίας και παναγίας Τριάδος.
Η Παναγία, λοιπόν, ως μήτηρ του «ανθρώπου Χριστού Ιησού», είναι Μήτηρ της Ζωής. Και, υπό την έποψιν αυτήν, είναι μεταξύ ημών ο διαρκής και αψευδής μάρτυς του μυστηρίου της σωτηρίας μας, του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Θεού. Διότι η παρουσία της Παναγίας, συνεχώς και αδιακόπως, μας υπενθυμίζει και μας αποδεικνύει, ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, ότι «κεκοινώνηκε της σαρκός και του αίματος των παιδίων»13, ότι ωμοιώθη «κατά πάντα τοις αδελφοίς»14, ίνα και ο άνθρωπος γίνη Θεός, κοινωνήση της θείας Ζωής και γίνησύμμορφος της δόξης του Θεού. Την σημασίαν αυτήν της παρουσίας της Θεοτόκου μας φανερώνει καθαρώτατα η ιστορία. Πράγματι, όσα τμήματα του χριστιανικού κόσμου παρενόησανή εκ προθέσεως υπετίμησαν την θέσιν της Παναγίας εις την ζωήν και την λατρείαν της Εκκλησίας, υπέπεσαν πάντοτε εις δύο σοβαρωτάτας πλάνας: ή παρέβλεψαν την ανθρωπότητα του Λόγου˙ ή ελησμόνησαν την θεότητα του Ιησού. Εννοείται, ότι και εις τας δύο περιπτώσεις, το μυστήριον της σωτηρίας έχασε το περιεχόμενόν του και κατέστη αδύνατος η εν Χριστώ ζωή. Ακριβώς δε δια να αποφευχθούν παρόμοιοι κίνδυνοι, η Εκκλησία καθιέρωσε εις πάσαν σχεδόν ευχήν και προσευχήν της να μνημονεύεται η Μαρία, η Παναγία Μήτηρ του Θεού. Διότι, όπως ενωρίτατα αντελήφθη η χριστιανική συνείδησις, εκείνη, την οποίαν η Ελισάβετ, πλησθείσα Πνεύματος Αγίου, απεκάλεσεν «ευλογημένην εν γυναιξί», είναι «ο θεόπεμπτοςφύλαξ του χριστιανικού Μυστηρίου και η ασφαλεστέρα εγγύησις μιας αληθώς χριστοκεντρικής ευσεβείας και ζωής»15.

Β΄. Σημαίνει ότι η Παναγία είναι μήτηρ του μυστηριακού σώματος του Χριστού – της Εκκλησίας – εκτός του οποίου δεν υπάρχει σωτηρία και ζωή.
Μετά την εις ουρανούς ένδοξον ανάβασίν του, ο ενανθρωπήσας Λόγος δεν έπαυσε να ζη, να εργάζεται, να διδάσκη, να θεραπεύη, να σώζη και να ζωοποιή εν μέσω των ανθρώπων. Είναι βέβαια τώρα ο «άνω τω Πατρί συγκαθήμενος», αλλ΄είναι επίσης και ο «ώδε ημίν συνών». Είναι Εκείνος, ο οποίος «εσκήνωσεν εν ημίν»16 – ο οποίος έστησε την σκηνήντου ανάμεσά μας. Η ενσάρκωσις αυτή του Λόγου, η «σκήνωσίς» του εν μέσω ημών, δεν ετελείωσε την ημέραν της Αναλήψεως˙ συνεχίζεται και θα συνεχίζεται μέχρι τέλους του παρόντος κόσμου. «Και ιδού, εγώ μεθ΄υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος»17. Διότι, ο Υιός του Θεού έγινεν άνθρωπος όχι απλώς δια να προσαγάγη εις τον Πατέρα ένατέλειον δείγμα του ανθρωπίνου γένους, τον Ιησούν της Ναζαρέτ˙ αλλά δια να πραγματοποιήση το θέλημα του Θεού, ο οποίος «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιναληθείας ελθείν»18. Το φιλάνθρωπον και σωτήριον τούτο θέλημα του Πατρός το επραγματοποίησεν ο Κύριος «εφ΄ άπαξ» επί του Σταυρού, επειδή όμως ο άνθρωπος ζη εν χρόνω καιχώρω, συνεστήθη η Εκκλησία δια να μεταδίδη το «χαρμόσυνον άγγελμα» και τους καρπούς της σωτηρίας εις τους ανθρώπους κάθε τόπου και κάθε εποχής. Η Εκκλησία, εννοείται, δεν είναι «οργανισμός διαχειρίσεως και διαθέσεως των αγαθών της σωτηρίας», είναι ένα ζωντανόν σώμα, η ανθρωπίνη φύσις του Κυρίου, η Σάρξ του Χριστού. Κανείς δεν δύναται να σωθήαπό τον νόμον του Θανάτου, κανείς δεν ημπορεί να έχει ζωήν, εάν δεν ενσωματωθή εις την Εκκλησίαν, εάν δηλαδή δεν γίνει Σαρξ Κυρίου, Σώμα Χριστού. Η Εκκλησία είναι «μεσίτρια» Θεού και ανθρώπων, το μέσον δια του οποίου ο απρόσιτος και υπερούσιος Θεός γίνεται καταληπτός και προσιτός εις τον άνθρωπον και ο πεπερασμένος και αμαρτωλός άνθρωποςενούται με τον υπεράγιον και άπειρον Θεόν˙ είναι η κλίμαξ, «η εστηριγμένη εν τη γη», ης η κεφαλή αφικνείται εις τον ουρανόν «και επί της οποίας οι άγγελοι του Θεού αναβαίνουν και καταβαίνουν», ˙ είναι ο «φοβερός τόπος»20 της κοινωνίας Θεού και ανθρώπων, της ενανθρωπήσεως του Θεού και της θεώσεως του ανθρώπου. Πράγματι, όσοι πιστεύουν εις το «ευαγγέλιον» του Θεού, βαπτίζονται εν ύδατι και «πνεύματι αγίω» και κάθε Κυριακήν συνέρχονται ομοθυμαδόν επί το αυτό δια την κλάσιν του άρτου, προσλαμβάνονται,αφομοιούνται και μετατρέπονται εις ζώντα κύτταρα του σώματος του αναστάντος και δοξασθέντος Ιησού. Το σώμα τούτο λέγεται «μυστηριακόν», διότι οικοδομείται, συντηρείται και καθίσταται ορατόν δια των μυστηρίων21. Τα μυστήρια της Εκκλησίας φανερώνουν την σκήνωσιν του Λόγου «εν ημίν», καθιστούν ορατήν την αληθή και διαρκή παρουσίαν του ΣωτήροςΧριστού εν τω κόσμω. Το επιτυγχάνουν δε δια της μεταβολής των πιστών εις σάρκα Χριστού, δια της μετατροπής των «αμαρτωλών και αχρείων δούλων του Θεού» εις σώμα Κυρίου. Αλλά το σώμα αυτό δεν είναι άλλο από το σώμα εκείνο που εγεννήθη εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Διαφέρει κατά την εκδήλωσιναλλ΄είναι όμοιον κατά την ουσίαν με το σώμα που έλαβεν ο Λόγος του Θεού εις την Πανάχραντον μήτραν της Παρθένου.
Απ΄ αρχαιοτάτων χρόνων, η Εκκλησία παρομοιάζει την ίδρυσίν της προς την «οικοδομήν» της Εύας εκ της πλευράς του κοιμισμένου Αδάμ. «Όπως ο Αδάμ είναι ο τύπος του Χριστού», γράφει ο Τερτυλλιανός, «έτσι και ο ύπνος του Αδάμ είναι προτύπωσις του σταυρικού θανάτου του Κυρίου. Εκ της πλευράς του κοιμισμένου Αδάμ ο Θεός ωκοδόμησε τηνγυναίκα˙ εκ της ηνεωγμένης πλευράς του Χριστού, του κοιμισμένου τον θανάσιμον ύπνον του σταυρού, εδημιούργησε την εκκλησίαν, την αληθή μητέρα των ζώντων». 22
Αλλ΄ απ΄ αρχαιοτάτων επίσης χρόνων, η Εκκλησία πιστεύει, ότι «ωκοδομήθη» δια τριών διαδοχικών εκχύσεων του Πνεύματος του Θεού: την ώραν καθ΄ην ο εσταυρωμένος Ιησούς,κλίνας την κεφαλήν, «παρέδωκεν» εις την μητέρα αυτού και τον μαθητήνον ηγάπα, το πνεύμα23˙  το πρωί της ημέρας της μιας των Σαββάτων κατά την οποίαν ο αναστάς Κύριοςενεφύσησεν εις τους μαθητάς Πνεύμα Άγιον24˙  και κατά την ημέραν της Πεντηκοστής25.
Και εις δύο τουλάχιστον από τας τρεις αυτάς περιπτώσεις, κατά σαφή μαρτυρίαν της Αγίας Γραφής, Μαρία η μήτηρ του Ιησού ήτο παρούσα.
Την παρουσίαν αυτήν της Μητρός του Κυρίου «παρά τω σταυρώ του Ιησού»26 και εις το υπερώον της Ιερουσαλήμ, όπου οι μαθηταί «ήσαν προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή και τη δεήσει»27, η Εκκλησία δεν την εθεώρησε ποτέ τυχαίαν, αλλά την είδε πάντοτε ως απόδειξιν της μυστηριακής μητρότητος της Παναγίας. Δια τον λόγον αυτόν, ώρισε, ειςπάσαν εκκλησιαστικήν σύναξιν και ιδιαιτέρως κατά την τέλεσιν της Ευχαριστίας, κατά την οποίαν το Πνεύμα το Άγιον καταπέμπεται και πάλιν εφ΄ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ημών, να μνημονεύεται «εξαιρέτως» η Παναγία, άχραντος, υπερευλογημένη, ένδοξος, δέσποινα ημών, Θεοτόκος και αειπάρθενος Μαρία. Την εξαίρετον αυτήν ευλάβειαν προς το πρόσωπον της Παναγίας εκφράζει με τον ιδικόν της τρόπον και η αγιογραφία, η οποία όχι μόνον ζωγραφίζει εις τας αψίδας των ναών την Πλατυτέραν των Ουρανών δια να δείξη ότι η Παναγία σκέπει και προστατεύει την λατρεύουσαν και εν αγάπη ζώσαν εκκλησιαστικήν κοινότητα, αλλά και οσάκις θέλει να ιστορήση τους Αγίους Πάντας, το εν ουρανοίς θριαμβεύοντμήμα της Εκκλησίας, τας απαρχάς της καινής εν Χριστώ φύσεως, τοποθετεί πάντοτε εις το κέντρον της εικόνος την Παναγίαν, την μητέρα της Εκκλησίας.

Γ΄. Σημαίνει ότι η Παναγία είναι μήτηρ κάθε Χριστιανού, κάθε ανθρώπου γεννηθέντος άνωθεν και ζώντος μετά του Θεού την «αιώνιον ζωήν».

Τί είναι, αλήθεια, ο Χριστιανός; Κατά τον συγγραφέα της Αποκαλύψεως, είναι ο «τηρών τας εντολάς του Θεού και έχων την μαρτυρίαν του Ιησού Χριστού»28, εκείνος ο οποίος δια της τηρήσεως των θείων εντολών είναι μάρτυς του Χριστού εν τω κόσμω, φανερώνει δηλαδή και καθιστά ορατόν και γνωστόν τον Χριστόν εις τον κόσμον. Όλοι όμως «οι τηρούντες ταςεντολάς του Θεού και έχοντες την μαρτυρίαν του Ιησού Χριστού» είναι «σπέρμα», ή μάλλον «οι λοιποί του σπέρματος της γυναικός»29, η οποία «ώφθη εν τω ουρανώ», «περιβεβλημένη τον ήλιον, και η σελήνη υποκάτω των ποδών αυτής, και επί της κεφαλής αυτής στέφανος αστέρων δώδεκα»30, και της οποίας το πρώτον τέκνον, «υιός άρρην, ος μέλλει ποιμαίνεινπάντα τα έθνη εν ράβδω σιδηρά»31, «ηρπάσθη προς τον Θεόν και τον θρόνον αυτού»32. Εναντίον του σπέρματος της γυναικός αυτής διεξάγει φοβερόν και αμείλικτον πόλεμον ο «δράκων ο μέγας, ο όφις ο αρχαίος, ο καλούμενος Διάβολος και Σατανάς, ο πλανών την οικουμένην όλην»33. Εν αντιθέσει όμως προς τους υιούς της Εύας, οι οποίοι παρεδόθησαν υπό της ιδίας αυτών μητρός εις την οργήν του «όφεως», οι υιοί της Μαρίας, καίτοι ζουν εις την «έρημον», εις τον υπό του θανάτου και του Διαβόλου κυριαρχούμενον τούτον κόσμον, δύνανται να διαφύγουν τον κίνδυνον και να σωθούν, επειδή έχουν μητέρα ικανήν να τους προστατεύση και να τους σώση από τον «θυμόν τον μέγαν» του Διαβόλου34. Η μήτηρ αυτών, η «γυνή»,γεννώσα ένα έκαστον εξ αυτών εις «ζωήν αιώνιον», τον καθιστά άτρωτον και απρόσβλητον από τας επιθέσεις του Σατανά. Η πεποίθησις, λοιπόν, του χριστιανικού λαού, ότι η Παναγία, η Μήτηρ του Κυρίου, είναι και μήτηρ όλων των Χριστιανών, δεν αποτελεί καθόλου λαϊκήν πρόληψιν και δεισιδαιμονίαν. Είναι θεολογικωτάτη και στηρίζεται εις το κήρυγμα των Αποστόλων, την διδασκαλίαν των Πατέρων και την πείραν της προσευχομένης και λατρευούσης χριστιανικής κοινότητος. Όσα ωραιότατα λέγονται και ιστορούνται περί της Θεοτόκου εις την εκκλησιαστικήν υμνογραφίαν και αγιογραφίαν, δεν είναι «ποιητικαί εξάρσεις και υπερβολαί και δραματικαί απεικονίσεις», που λέγονται και άδονται εν τη καθόλου Λατρεία «μεταφορικώς και ποιητική αδεία», και τα οποία συνεπώς «δεν πρέπει να εκλαμβάνωνται κατά γράμμα, ως μη ανήκοντα εις την ουσίαν των ορθοδόξων δογμάτων». Αντιθέτως, είναι πλουσιώτατοι θησαυροί, οι οποίοι εκφράζουν την αρχαιοτάτην πίστιν της Εκκλησίας και περιέχουν την πνευματικήν πείραν αιώνων χριστιανικής ζωής, όπως άλλωστε δύναται ναπιστοποιήση κάθε άνθρωπος ειλικρινώς αγωνιζόμενος να ζήση εν Χριστώ. Διότι – όπως επιτυχέστατα παρατηρεί ο σεβΈντουϋν Χόσκυνς, ο κορυφαίος των συγχρόνων ερμηνευτών της Γραφής, ερμηνεύων τους λόγους του Κυρίου εις τον Γάμον της Κανά: «Τι εμοί και σοι, γύναιούπω ήκει η ώρα μου» – «η Μαρία, επειδή είναι μήτηρ του Ιησού, πρόκειται να γίνει μήτηρόλων όσων θα πιστεύσουν εις αυτόν.

Το επεισόδιον τούτο (η στιχομυθία μεταξύ Ιησού και της μητρός του) είναι μια προαγγελία της δευτέρας αυτής μητρότητος της Μαρίας, η ώρα της οποίας θα έλθη όταν ο πρωτότοκος αυτής θα προσφερθή θυσία επί του σταυρού. Η χρήσις της λέξεως «γύναι» είναι χαρακτηριστική, διότι η λέξις αυτή είναι στενώτατα συνυφασμένη με την ιδέαν τηςμητρότητος. Όταν, λοιπόν, οι Πατέρες κηρύττουν ότι η Μαρία είναι η νέα Εύα, αποδεικνύουν ότι έχουν αντιληφθή το νόημα ορθότερον και πληρέστερον από τους συγχρόνουςερμηνευτάς. Διότι, ενώ η Εύα υπήρξε μήτηρ ενός αμαρτωλού γένους το οποίον έπαυσε να έχη οιανδήποτε πραγματικήν σχέσιν με τον Θεόν, η Μαρία είναι η μήτηρ των πιστών, οι οποίοι, απολυτρωμένοι από την αμαρτίαν, γεννώνται άνωθεν και μένουν εν τω Θεώ»35.



______________________________

1. Την ιδέαν αυτήν διακηρύττει με μεγαλυτέραν σαφήνειαν το κοντάκιον της εορτής, το οποίον λέγει ότι «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν (την Θεοτόκον), ως γαρ Ζωής Μητέρα προς την Ζωήν μετέστησεν – μετέφερεν με όλην την ύπαρξίν της –ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».
2. Πράξ. 3, 15.
3. Ιωάν. 1, 3.
4. Ιουστίνου, Διάλ. 6. Ειρηναίου, Έλεγχος, Γ, ΧVIII, 7 XIX1XX1. Μ. Αθανασίου, MigneP.G., 26, 584.
5. Λουκ. 1, 38.
6. Λειτουργία Μ. Βασιλείου.
7. Απόφασις Οικ. Συνόδου Χαλκηδόνος. MansiS.C.A.L. VII, 115 B.
8. Β΄ Ιωάν. 7.
9. Ιωάν. 1, 14.
10. Λέοντος Μεγάλου, Επιστολή προς ΦλαβιανόνΠατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως (13 Ιουνίου 449), P.LIV, 763.
11. Α΄Τιμ. 2, 5.
12. Β΄Πέτρ. 1, 4.
13. Εβρ. 3, 14.
14. Αυτόθι, 17.
15. Καρδιναλίου Suhard, Αρχιεπισκόπου Παρισίων, Ποιμαντορική Επιστολή, 1949.
16. Ιωάν. 1, 14.
17. Ματ. 28, 20.
18. Α΄Τιμ. 2, 4.
19. Γεν. 28, 12.
20. Αυτόθι, 17.
21. Βλ. το μοναδικόν πλέον βιβλίον του Hde LubacCorpus MysticumL’ Eucharistie et l’ Eglise au Moyen AgeParisAubier, 1944.
22. De Anima 43.
23. Ιωάν. 19, 30.
24. Ιωάν. 10, 19-23.
25. Πράξ. 2, 1-4.
26. Ιωάν. 19, 25.
27. Πράξ. 1, 14.
28. Αποκ. 12, 17.
29. Αυτόθι, 17.
30. Αυτόθι, 1.
31. Αυτόθι, 5.
32. Αυτόθι, 5.
33. Αυτόθι, 9.
34. Αυτόθι, 10-17.





(Το κείμενο αναδημοσιεύεται από το βιβλίο του Δ. ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΗ, «Η Χάρις της Θεολογίας», Αθήνα: εκδόσεις Δόμος, 1995, με την άδεια του εκδότη Δημήτρη Μαυρόπουλου. Επιλέχτηκε γιατί ξεχώρισε. Τηρείται η ιστορική ορθογραφία. Από το περιοδικό ¨ΒΗΜΟΘΥΡΟ¨, Τεύχος 1ο (σελ. 54 – 71). Η/Υ επιμέλεια, Σοφίας Μερκούρη. Πηγή ηλ. κειμένου: orp.gr)

Σύναξη της Παναγιάς της Προυσιώτισσας στην Ευρυτανία (Παναγία η «εν τω Πυρσώ της Ευρυτανίας»)


web statistics


Παναγιά η Προυσιώτισσα
Παναγιά η Προυσιώτισσα
Εορτάζει στις 23 Αυγούστου εκάστου έτους.

Προύσηθεν εικών, της Aγνής τη Eλλάδι,
Ποταμός ίκται, θαυμάτων αεννάων.


Ψηλά, στις ελατόφυτες βουνοκορφές της νοτιοδυτικής Ευρυτανίας, και σφηνωμένη ανάμεσα σε κάθετους γκριζωπούς βράχους με άγρια μεγαλοπρέπεια, προβάλλει η ιερά μονή του Προύσου. Είναι σταυροπηγιακό και ιστορικό μοναστήρι, με μεγαλόπρεπα τριώροφα κτίρια. Ανάμεσα τους υπάρχει σπήλαιο λαξευμένο, που φιλοξενεί στο εσωτερικό του τον πρώτο και παλαιό ναό της μονής. Μέσα σ’ αυτόν φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, που επονομάζεται Προυσιώτισσα και εορτάζει με κάθε εκκλησιαστική και βυζαντινή μεγαλοπρέπεια στις 22-23 Αυγούστου.
Τη θαυματουργή αυτή εικόνα της Θεοτόκου λέγεται ότι την ζωγράφισε ο Ευαγγελιστής Λουκάς και ήλθε από την Προύσα της Μικράς Ασίας (σύμφωνα με το χειρόγραφο 3 του κώδικα της Ιεράς Μονής Προυσιωτίσσης). Την έφερε από την Προύσα κάποιος ευγενής νέος στα χρόνια της εικονομαχίας (829 μ.Χ.) επί εικονομάχου βασιλέως Θεοφίλου. Στο δρόμο όμως για την Ελλάδα, στην Καλλίπολη της Θράκης, την έχασε και η εικόνα αποκαλύφθηκε θαυματουργικά σ’ ένα τσοπανόπουλο, με μια στήλη φωτός σαν πυρσός – γι’ αυτό πήρε και την επωνυμία Πυρσός – στο μέρος όπου ήταν κρυμμένη. Ο νέος, που είχε εγκατασταθεί στην Πάτρα, όταν το έμαθε θέλησε να την πάρει. Αλλά η εικόνα θαυματουργικά γύρισε και πάλι στο άγριο μέρος της Ευρυτανίας, όπου αποκαλύφθηκε στους ντόπιους βοσκούς τη νύχτα από 22 προς 23 Αυγούστου. Τότε ο νέος, μαζί μ’ έναν υπηρέτη του, πήγαν και αυτοί εκεί, όπου έγιναν μοναχοί μετανομασθέντες Διονύσιος και Τιμόθεος αντίστοιχα.
Η εικόνα της Παναγίας είναι τύπου Οδηγήτριας και είναι επιχρυσωμένη με αργυροεπίχρυση ένδυση, δώρο του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη που φιλοξενούνταν στη Μονή την περίοδο της επανάστασης του 1821 μ.Χ. Την ένδυση, την κατασκέυασε ο χρυσοχόος Γεωργίος Καρανίκας το 1824 μ.Χ., όπως μας αποκαλύπτει η ανάγλυφη επιγραφή πάνω από τον δεξιό ώμο της Παναγίας: «Η Παντάνασσα. Δι εξόδων του γενναιοτάτου στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη, χειρί Γεωργίου Καρανίκα, 1824».
Στο ιστορικό της μονής αναφέρεται ότι επί τουρκοκρατίας καταστράφηκε πολλές φορές. Η τελευταία όμως καταστροφή, που μετέβαλε τα κτίρια σε σωρούς ερειπίων, έγινε το 1944 μ.Χ. από τους γερμανούς. Μετά την καταστροφή των κτισμάτων, ένας αξιωματικός θέλησε να κάψει και την εκκλησία. Προσπάθησε πολλές φορές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ενώ λοιπόν στεκόταν άπ’ έξω κι έδινε διαταγές, τιμωρήθηκε παραδειγματικά από το χέρι της Παναγίας. Μια αόρατη δύναμη τον έριξε με ορμή πάνω στο πλακόστρωτο. Το χτύπημα ήταν δυνατό, και ο γερμανός ανίκανος να σηκωθεί. Τον σήκωσαν οι στρατιώτες και τον έβαλαν πάνω σε ζώο για να τον μεταφέρουν στο Αγρίνιο. Έτσι ο ναός παρέμεινε αβλαβής, όπως διαφυλάχθηκε ακέραιος δια μέσου των αιώνων.
Πέρασαν τέσσερα χρόνια. Ο εμφίλιος πόλεμος τώρα μαίνεται στην ελληνική ύπαιθρο. Οι κάτοικοι της Ευρυτανίας και ορεινής Ναυπακτίας εγκαταλείπουν τα χωριά τους και προσφευγουν για ασφάλεια σε άλλα μέρη της Ελλάδος. Μαζί τους προσφεύγει και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Ακολουθεί κι αυτή την τύχη των παιδιών της και μεταφέρεται από τους μοναχούς του Προύσου στη ακρόπολη της Ναυπάκτου. Το μοναστήρι παραμένει τελείως έρημο.
Ύστερα από καιρό αρχίζουν οι επιχειρήσεις του στρατού. Η ενάτη μεραρχία αναλαμβάνει εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Ευρυτανία. Μερικά τμήματα περνούν από τον Προυσό. Ορισμένοι αξιωματικοί και στρατιώτες πλησιάζουν στη σκοτεινή εκκλησούλα της σπηλιάς και μπαίνουν για να προσκυνήσουν. Εκεί μέσα αντικρίζουν ένα παράδοξο θέαμα: Μπροστά το τέμπλο, στ’ αριστερά της ωραίας πύλης, να αναμμένο καντήλι και μια καλόγρια γονατιστή. Οι στρατιώτες απορούν. Πως ζει αυτή η μοναχή εδώ,τι στιγμή που η Ευρυτανία είναι τελείως έρημη από κατοίκους; Πως συντηρείται, τι τρώει, που βρίσκει λάδι για το καντήλι; Την ερωτούν λοιπόν, κι εκείνη σεμνά και πονεμένα τους απαντά: «Παιδιά μου, ζω εδώ μοναχή μου δυόμισι τώρα χρόνια. Για τη δική μου ζωή δεν χρειάζονται φαγητό και ψωμί. Μου αρκεί ότι έχω το καντήλι μου αναμμένο». Οι στρατιώτες, κουρασμένοι από τις επιχειρήσεις και βιαστικοί να φύγουν, δεν έδωσαν προσοχή στα λόγια της.
Την επομένη όμως, όταν τα έφεραν πάλι στη μνήμη τους, κατάλαβαν πως επρόκειτο νια κάτι θαυμαστό. Κι όταν αργότερα περνούσαν από τη Ναύπακτο, ζήτησαν με επιμονή άδεια από τον διοικητή τους νια να επισκεφθούν τον μητροπολίτη. Ο επίσκοπος Ναυπακτίας και Ευρυτανίας Χριστόφορος τους υποδέχθηκε με αγάπη, κι αφού τους άκουσε συγκινημένος, έριξε φως στο μυστήριο. «Ο ναός, τους είπε, που επισκεφθήκατε, ανήκει στην έρημη τώρα ιερά μονή Προυσιώτισσας, της οποίας η θαυματουργή εικόνα βρίσκεται πάνω από δύο χρόνια εδώ, στο παρεκκλήσι της μητροπόλεως μας, στον άγιο Διονύσιο. Πηγαίνετε να την προσκυνήσετε, και θα καταλάβετε».
Πήγαν πράγματι και προσκύνησαν. Τότε αυθόρμητα στον καθένα δόθηκε η εξήγηση στην απορία του: Στην εικόνα της Θεομήτορος αναγνώρισαν τη μοναχή εκείνη που συνάντησαν στο εκκλησάκι της σπηλιάς, ψηλά στον Προυσό!
Ἀπολυτίκιον
Ήχος α’.
Της Ελλάδος απάσης συ προΐστασαι πρόμαχος και τερατουργός εξαισίων τη εκ Προύσσης εικόνι Σου, Πανάχραντε Παρθένε Μαριάμ, και γαρ φωτίζεις εν τάχει τους τυφλούς δεινούς τε απελαύνεις δαίμονας και παραλύτους δε συσφίγγεις αγαθή. Κρημνών τε σώζεις και πάσης βλάβης τους σοι προστρέχοντας. Δόξα τω σω ασπόρω τοκετώ, δοξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα το ενεργούντι δια σου τοιαύτα θαύματα.
Μεγαλυνάριον
Δεύτε την εικόνα την ιερά, της Προυσιωτίσσης, ασπαζόμεθα ευλαβώς, βρύουσαν παντοίων νόσων και πάσης βλάβης, ρώσιν δαψιλεστάτην και χάρην άφθονον.
Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Σφαίρας ουρανίους φωταγωγείς, αχράντω οικήσει την υδρόγειον δε βολαις, αρρήτων θαυμάτων, αυγάζεις όθεν πίστει, πάντες σε προσκυνούμεν ω Προυσιώτισσα.


Παρακλητικός Κανων εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον την Χαριτόβρυτον Καλαμιώτισσαν


web statistics
...την εν τη ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος Καλολιβαδίου Καλάμου Αττικής

Δρος Χαραλάμπους Μ. Μπούσια
Μεγάλου Υμνογράφου της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας.
ΕΚΔΟΣΗ Ι. Μ. ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ
ΚΑΛΑΜΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 

Απολυτίκιον.
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Της μονής του Σωτήρος Μεταμορφώσεως, εν τω Καλάμω ακέστορ, παραμυθία, φρουρέ, αρωγέ και πολυτίμητον θησαύρισμα, Καλαμιώτισσα, θερμώς εκδυσώπει σον Υιόν υπέρ των μακαριζόντων των θαυμασίων σου πλήθος και προσφευγόντων τη ση χάριτι.
Κοντάκιον.
Ήχος β’. Τοις των αιμάτων σου.
Προς τους λειμώνας της χάριτος ίθυνον του σου Υιού και Θεού πάντας πρόσφυγας σης αγαθότητος, Καλαμιώτισσα, χειραγωγέ απλανές, Μητροπάρθενε, χριστιανών προς ζωήν την αιώνιον.

Ευλογήσαντος του Ιερέως, το Κύριε εισάκουσον, μεθ’ ο το Θεός Κύριος ως συνήθως και το εξής:

Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ. Ήχος δ’.
Μεταμορφώσεως Χριστού του σεμνείου, του εν Καλάμω Αττικής μέγα κλέος και αρωγέ και έφορε και φύλαξ, αγνή Καλολιβαδίτισσα, περιφρούρει θεόθεν τους θερμώς προστρέχοντας τη αγία σου σκέπη και εκζητούντας πόθω εν δεινοίς και βίου ζάλαις σην θείαν αντίληψιν.
Δόξα. Και νυν.
Ου σιωπήσομεν ποτέ, Θεοτόκε, τας δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι. Ει μη γαρ συ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δε διεφύλαξεν έως νυν ελευθέρους; Ουκ αποστώμεν, Δέσποινα, εκ σου˙ σους γαρ δούλους σώζεις αεί εκ παντοίων δεινών.

Είτα ο Ν’ Ψαλμός και ο Κανών, ου η Ακροστιχίς˙
«Καλάμου μονής αντιλήπτορ, φρούρει με. Χ.»

Ωδή α’. Υγράν διοδεύσας.
Καλάμου σεμνείου της ευκλεούς εν τω Θαβωρίω του Σωτήρος ημών Χριστού ωράϊσμα, Κεχαριτωμένη, Μεταμορφώσεως, σκέπε τους δούλους σου.

Ανάψυξον πάντας τους ευλαβώς προστρέχοντας πόθω προσκυνήσαι την σην μορφήν εκ πτώσεων καύσωνος, Παρθένε, Καλαμιώτισσα, πάναγνε Δέσποινα.

Λιμού ψυχοκτόνου και αναγκών εξάρπασον πάντας καταφεύγοντας αρωγή τη θεία σου και θερμή πρεσβεία, Καλαμιώτισσα Θεογεννήτρια.
Θεοτοκιον
Αξίωσον πάντας εν ουρανοίς χαράς του Υιού σου απολαύσαι τους ευλαβώς μορφήν προσκυνούντάς σου την θείαν, Καλαμιώτισσα Μήτερ, πανάχραντε. 

Ωδή γ’. Ουρανίας αψίδος.
Μη παρίδης δεήσεις σων οικετών, Δέσποινα, σοι των προστρεχόντων εν πίστει, Καλαμιώτισσα, και δεχομένων τας σας προς τον Υιόν σου πρεσβείας, άγαν τον ευΐλατον και ευσυμπάθητον ουρανών υπερτέρα.

Ο το σον λαμπρόν έκτυπον, άπερ ως ασύλητον έχει όλβον, Μητρόθεε, η εν Καλάμω Χριστού Μεταμορφώσεως μάνδρα, πόθω ασπαζόμενοι αγιαζόμεθα. 

Υπερύμνητε Μήτερ, εκ συμφορών ρύσαί με και επιβουλής του Βελίαρ, Καλαμιώτισσα, τον προσκυνούντα πιστώς την σην αγίαν εικόνα, πάσι την εκχέουσαν ρείθρα ιάσεων.
Θεοτοκιον
Μετά πάντων αγίων υπέρ ημών πρέσβευε και του Ιεράρχου Ευρίπου, θείου Τιμοθέου, τω σω Υιώ και Θεώ, ώδε ασκήσαντος, Μήτερ, θεαυγώς, περίδοξε Καλαμιώτισσα.

Διάσωσον, Καλαμιώτισσα Μήτερ, εκ των παγίδων του Βελίαρ τους ευλαβώς μορφήν προσκυνούντάς σου μονή εν Καλάμω τη περιδόξω.
Επίβλεψον τν ευμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.

Αίτησις και το Κάθισμα.

Ήχος β’. Πρεσβεία θερμή.
Σωτήρος μονής Καλάμου εγκαλλώπισμα, σεμνή Μαριάμ, του κόσμου παραμύθιον, Καλολιβαδίτισσα, προς λειμώνας θείους κατεύθυνον των ουρανών τους πίστει ακλινεί το σον προσκυνούντας, Μήτερ, έκτυπον.

Ωδή δ’. Εισακήκοα, Κύριε.
Ολοθύμως κραυγάζω σοι˙ τοις ασπαζομένοις, Καλαμιώτισσα, σην μορφήν την χαριτόβρυτον ιλασμόν εξαίτει, Μητροπάρθενε. 

Νυν υμνών σε ως πρόξενον πάντων σωτηρίας, Καλαμιώτισσα, μακαρίζω σε και έκτυπον προσκυνώ μορφής της Παναγίας σου.

Η προστάτις και πρόμαχος της μονής Σωτήρος, Καλαμιώτισσα, περιφρούρει την ομήγυριν των μοναζουσών, ην ρύου θλίψεων.
Θεοτοκιον
Σκοτομήνην απέλασον των αγνοημάτων, Καλαμιώτισσα, των σπευδόντων τη ση χάριτι και εκδεχομένων σην αντίληψιν.

Ωδή ε’. Φώτισον ημάς.
Άγνισον τον νουν των προσφύγων σου και κάθαρον τας εννοίας των σπευδόντων σαις ευχαίς προς Υιόν σου τον σεπτόν, Καλαμιώτισσα.

Νεύσον ταις ημών παρακλήσεσι πραΰνουσα τας δεινάς επαναστάσεις της σαρκός σων ενθέρμων ικετών, Καλαμιώτισσα. 

Τείχισον ημάς προστασία νυχθημέρω σου, ίνα πάσας του εχθρού τας προσβολάς αποκρούσωμεν καλώς, Καλαμιώτισσα.
Θεοτοκιον
Ίλεων ημίν τον Παντάνακτα απέργασαι και φιλάνθρωπον Υιόν σου και Θεόν πανευΐλατον, σεμνή Καλαμιώτισσα.

Ωδή στ’. Την δέησιν.
Λαμπάδα μοι μετανοίας άναψον τη φλογί της συμπαθείας σου προς με, Καλαμιώτισσα, του Φωτοδότου, παντελεήμονος 

Μήτερ φιλόστοργε, και σωτηρίας μοι οδόν την λαμπράν και φωσφόρον υπόδειξον.

Η χάρις σου περισκέπει πάντοτε και φρουρεί τους ευλαβείς υμνητάς σου, Καλαμιώτισσα Θεογεννήτορ, τους προσκυνούντας την θείαν εικόνα σου εν του Καλάμου τη μονή, της Χριστού θείας Μεταμορφώσεως. 

Προστρέχοντες ευλαβώς αείποτε τη ση χάριτι και θεία προνοία ουκ αισχυνόμεθα, Θεογεννήτορ Καλαμιώτισσα, εύχος και στήριγμα εμπεριστάτων, ακλινώς η αρήγουσα πάσι τοις δούλοις σου.
Θεοτοκιον
Το πάνσεπτον σης μορφής εκτύπωμα εν σεμνείω του Καλολιβαδίου, Καλαμιώτισσα, νυν προσκυνούντες των δωρεών σης αγάπης πληρούμεθα και μεγαλύνομεν τρανώς προς ημάς την σην άμετρον εύνοιαν.

Διάσωσον, Καλαμιώτισσα Μήτερ, εκ των παγίδων του Βελίαρ τους ευλαβώς μορφήν προσκυνούντάς σου μονή εν Καλάμου τη περιδόξω. 
Άχραντε, η δια λόγου τον Λόγον ανερμηνεύτως επ’ εσχάτων των ημερών τεκούσα δυσώπησον ως έχουσα μητρικήν παρρησίαν. 

Αίτησις και το Κοντάκιον.

Ήχος β’. Τοις των αιμάτων σου.
Προς τους λειμώνας της χάριτος ίθυνον του σου Υιού και Θεού πάντας πρόσφυγας σης αγαθότητος, Καλαμιώτισσα, χειραγωγέ απλανές, Μητροπάρθενε, χριστιανών προς ζωήν την αιώνιον.

Προκείμενον.
Μνησθήσομαι του ονόματός Σου εν πάση γενεά και γενεά.
Στίχος.
Το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού.
Ευαγγέλιον κατά Λουκάν.
Τω καιρώ εκείνω αναστάσα Μαριάμ μετά σπουδής…

Δόξα.
Καλαμιωτίσσης πρεσβείαις, Ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.
Και νυν.
Ταις της Θεοτόκου πρεσβείαις, Ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.

Στίχος. 
Ελεήμον, ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός Σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών Σου εξάλειψον το ανόμημά μου.
Προσόμοιον. 
Ήχος πλ. β’. Όλην αποθέμενοι.
Τείχος και οχύρωμα μονής Καλολιβαδίου, και πιστών κραταίωμα των ασπαζομένων σου το εκτύπωμα της μορφής, πάναγνε, πλήρου τας καρδίας φέγγει της Μεταμορφώσεως, όπερ κατηύγασεν όρος το Θαβώρ και ετύφλωσε τριάδα την πανεύφημον των προκρίτων, Καλαμιώτισσα, μαθητών του Λόγου, ημών των προστρεχόντων ευλαβώς εικόνα σην την φωτόμορφον πόθω κατασπάσασθαι.

Σώσον, ο Θεός, τον λαόν Σου…

Ωδή ζ’. Οι εκ της Ιουδαίας.
Ομβροφόρος υπάρχεις χαρισμάτων νεφέλη, Καλαμιώτισσα, η πάσιν ουρανόθεν ομβρίζουσα σοις δούλοις χαρμονήν και αρδεύουσα των τεθλιμμένων ψυχάς προσφύγων χάριτός σου.

Ραντισμώ σης αγάπης καθαγίασον πάντας, Καλαμιώτισσα, τους πόθω προσκυνούντας σην ιεράν εικόνα την εκχέουσαν πάντοτε ρανίδας σης αρωγής και άκρας συμπαθείας.

Φώτισόν μου τα σκότη της καρδίας, Παρθένε, Καλαμιώτισσα, και εκ της αγνωσίας την σκοτομήνην τάχος φέγγος προς επιγνώσεως ίθυνον σε τον λαμπρώς νυν ανυμνολογούντα.
Θεοτοκιον
Ρείθροις θείων λιτών σου τας αυχμώσας καρδίας, Καλαμιώτισσα, των σοι καταφευγόντων κατάρδευσον και γαίας τας ανίκμους γεώργησον αυτών προς στάχυν πολύν αγάπης φιλοθέου.

Ωδή η’. Τον Βασιλέα.
Οδήγησόν με, Καλαμιώτισσα Μήτερ, αρετής προς πανεύδιον όρμον τον εν αμαρτίαις ποντούμενον ασώτως.

Υμνών σην χάριν, Καλαμιώτισσα, κράζω˙ μονοτρόπων ιθύντειρα ίσθι προς πανευφροσύνους λειμώνας εν τω πόλω. 

Ρεόντων πάντων, Καλαμιώτισσα, δείξον υπερόπτας τους σε ανυμνούντας και ασπαζομένους την θείαν σου εικόνα.
Θεοτοκιον
Ευλογημένη Καλαμιώτισσα, σκέπε τους προστρέχοντας ση προστασία, ούσπερ ασωτίας και δυσθυμίας ρύσαι.

Ωδή θ. Κυρίως Θεοτόκον.
Ικάνωσον σους δούλους θραύσαι τας παγίδας του πονηρού και δεινού πολεμήτορος, Καλαμιώτισσα Μήτερ, Θεογεννήτρια. 

Μετά του Τιμοθέου, κτίτορος του νέου Μεταμορφώσεως μάνδρας κυκλούσης σε Καλαμιώτισσα, πόθω πιστούς αγίαζε. 

Ευλόγει ουρανόθεν τους ασπαζομένους την χαριτόβρυτον όντως εικόνα σου, Καλαμιώτισσα, πάσιν ιάσεις νέμουσαν.
Θεοτοκιον
Χαράς ημών καρδίας πλήσον των εν λύπαις και δυσθυμία βιούντων ση χάριτι, Καλαμιώτισσα, λύπης αλεξιτήριον.

Άξιόν εστί… Και τα παρόντα Μεγαλυνάρια.
Δεύτε, προσκυνήσωμεν ευλαβώς εν μονή Καλάμου την εικόνα την ιεράν της αειπαρθένου νυν Καλαμιωτίσσης, την βρύουσαν αφθόνως πάσιν ιάματα. 

Καλολιβαδίου σεπτής μονής του εν Θαβωρίου υπέρ έννοιαν θαυμαστώς μεταμορφωθέντος Χριστού προστάτις πέλεις και ρύστις εκ κινδύνων, Καλαμιώτισσα. 

Μάνδρας του Καλάμου περικλεές θησαυρέ, Παρθένε, περιφρούρει τους ευλαβώς κατασπαζομένους σην ιεράν εικόνα εξ ύψους της σης δόξης, Καλαμιώτισσα. 

Συν Ευρίπου θείω αρχιερεί, Μήτερ, Τιμοθέω, νέω κτίτορι της μονής Καλολιβαδίου, αεί ην περισκέπεις, ημάς κινδύνων ρύου, Καλαμιώτισσα.

Σκέπε την χορείαν μοναζουσών Καλολιβαδίου της πανσέπτου Χριστού μονής, την εν πάσαις λύπαις τη θεία χαρίτί σου προσφεύγουσαν εν πίστει, Καλαμιώτισσα. 

Τους ασπαζομένους πανευλαβώς σην σεπτήν εικόνα εν Καλάμου τη ευκλεεί μάνδρα, Θεοτόκε, αγίαζε και πλήρου αυτών θερμάς αιτήσεις, Καλαμιώτισσα.

Ίθυνον προς όρμον, Μήτερ Θεού, γαληνόν σους δούλους θαλαττεύοντας ση χειρί τη σεπτή και σώσον εκ τρικυμίας πάντας προφέροντας σην κλήσιν, Καλαμιώτισσα.

Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι Άγιοι πάντες, μετά της Θεοτόκου ποιήσατε πρεσβείαν εις το σωθήναι ημάς.

Το Τρισάγιον και το Απολυτίκιον.
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Της μονής του Σωτήρος Μεταμορφώσεως εν τω Καλάμω ακέστορ, παραμυθία, φρουρέ, αρωγέ και πολυτίμητον θησαύρισμα, Καλαμιώτισσα, θερμώς εκδυσώπει τον Υιόν υπέρ των μακαριζόντων των θαυμασίων σου πλήθος και προσφευγόντων τη ση χάριτι.

Εκτενής και Απόλυσις, μεθ’ ην ψάλλομεν το εξής˙ 

Ήχος β’. Ότε εκ του Ξύλου.
Πάντων καθαγίαζε ημών βίον των σπευδόντων εν πίστει ση ακλινεί αρωγή και αεί επόπτευε εξ ύψους χάριτος σης τους σε μεγαλύνοντας και ασπαζομένους σον λαμπρόν εκτύπωμα, Καλαμιώτισσα, εν μονή σεπτή του Καλάμου, φερωνύμου της του Σωτήρος εν Θαβώρ λαμπράς Μεταμορφώσεως.

Δέσποινα, πρόσδεξαι τας δεήσεις των δούλων σου και λύτρωσαι ημάς από πάσης ανάγκης και θλίψεως.

Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, Μήτερ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπην σου.

Δίστιχον.
Παντελεήμονα, Καλαμιώτισσα,
Σον ικέτην φρούρει, βοά Χαραλάμπης.

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

Η Ανάσταση της Θεοτόκου, Μοναχού Νικόδημου


web statistics





   Ισως ο παρών ασυνήθιστος τίτλος σταθεί πρόξενος «συνηθισμένων» ενστάσεων και εντόνου παραξενισμού. Η ενδεχόμενη ίσως αντί-θεση στην εκφραζόμενη αυτή θέση, ενώ φυσικά επιτρέπεται, παράλληλα όμως υπαινίσσεται παντελή έλλειψη ορθόδοξου καταρτισμού και πλουτισμού Θεολογίας. Η Θεολογική άγνοια, συμπορευόμενη με την επιπόλαιη και λανθασμένη γνώση, ειδικώς όταν διαφαίνεται σε ειδήμονες, συνιστά ανεπίτρεπτη αμάθεια και πλήρη έλλειψη Θεογνωσίας.
 Δυστυχώς πολλοί από μας δεν γνωρίζουμε πως ο συνεκτικός όρος «Μετάσταση» δεν αντιτίθεται στην έννοια της αναστάσεως, αλλά μάλιστα και κάλλιστα την εμπεριέχει. Είναι όντως λυπηρό (κάποτε και άκρως τραγικό) να λέγονται και να γράφονται πράγματα ξένα προς την Αγία Γραφή και απαράδεκτα από την Αποστολική μας Παράδοση, όπως το ότι «η Παναγία δεν αναστήθηκε όπως ο Υιός της αλλά μεταστάθηκε»...
 Πρώτον, η Αγία Γραφή τελείως ανατρέπει τέτοιες αντορθόδοξες δοξασίες. Ο Ιερός Δαυίδ στους προφητικούς ψαλμούς πολύ περίεργα προλέγει: «Ανάστηθι, Κύριε, συ ΚΑΙ η Κιβωτός του αγιάσματός σου»! Ενας από τους πιο εξαίσιους και ξεχωριστούς τίτλους της Παναγίας είναι ακριβώς αυτός: «Κιβωτός του αγιάσματός». Επίσης και το «ηγίασε το σκήνωμα αυτού ο Υψιστος», το «ηγίασε» εδώ σημαίνει ανέστησε και αναφέρεται και ψάλλεται στην Θεοτόκο, η οποία είναι Σκήνωμα του Υψίστου. Μπορεί η Καινή Διαθήκη να μην αναφέρει τίποτε για την Μετάσταση της Θεοτόκου, αλλά δεν είναι τυχαίο και άνευ σημασίας το ότι πριν την τριήμερη Ανάστασή του ο Χριστός, κατά την Σταύρωση, μας παριστάνει δύο αποκλειστικά πρόσωπα, τα οποία παραδίδει με «περίεργο» τρόπο το ένα στο άλλο, τα οποία είναι τα μόνο που «τόλμησαν να παραμείνουν κάτω από τον Σταυρό», οι οποίοι και οι δύο, θα αναστηθούν και αυτοί λίγο αργότερα, τριήμεροι!
 Πλειάδα των Αγίων Πατέρων ρητώς αναφέρουν την Ανάσταση της Θεοτόκου. Ενώ μίλησαν ανοικτά και ουσιαστικά για την Ανάσταση του Χριστού, ως κέντρο του Ευαγγελίου, κέντρο της Πίστεως και της Λατρείας μας, για την Ανάσταση όμως της Παναγίας το άφησαν να ωριμάσει ως καρπός βαθειάς πίστεως και αγάπης των Ορθοδόξων προς την Θεομήτορα, κτίζοντας αυτήν την πεποίθηση με «πύργο ρημάτων» και οχυρώνοντας αυτήν την πίστη «εν βάρεσιν εννοιών» ώστε να εξελιχθεί ως Αποκάλυψη Αληθειών και Μυστηρίων που «ακόμη και οι ίδιοι οι Άγγελοι επιθυμούν να παρακύψουν» και να εξευρενήσουν (Α’ Πέτρου, 1, 12)
 Ο λόγος όμως που οι Άγιοι Πατέρες δεν επικύρωσαν την Μετάσταση της Θεοτόκου ως δόγμα είναι προς αποφυγή της «Μαριολατρείας» και αποτροπή περαιτέρω παρερμηνειών η σχισμάτων. Και η Μετάσταση του Αγίου και Ευαγγελιστού Ιωάννη, δεν είναι δόγμα, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι και βασική αλήθεια. Η μόνη Θεολογική διαφορά της Αναστάσεως του Χριστού με την Ανάσταση της Παναγίας και του Ευαγγελιστή Ιωάννη είναι ότι ο Χριστός αναστήθηκε «αφ’ εαυτού» με την δική του Θεϊκή δύναμη, ενώ οι άλλοι μεταστάθηκαν, «μετά της ανασταινούσης δυνάμεως του Χριστού». Υπάρχουν στην Παλαιά Διαθήκη πολλές προ-τυπώσεις της Αναστάσεως του Χριστού (Ιωνάς μέσα στο κήτος, Ιωσήφ ο Πάγκαλος, Όραμα Προφήτη Ιεζεκιήλ, Προφήτης Δανιήλ στον λάκκο των λεόντων κ.λπ.). Υπάρχουν όμως και μετα-τυπώσεις της Αναστάσεως και είναι οι Μεταστάσεις της Υπεραγίας Θεοτόκου και του Ευαγγελιστού Ιωάννη.
 Ο Αγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης λέγει: «Διά της Κοιμήσεώς της, η Θεοτόκος αξιώθηκε της ανακαινήσεως και αναζωοποιήσεως, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανάσταση».
 Ο Αγιος Γρηγόριος Θεσσαλονίκης διασαφηνίζει: «Το σώμα που γέννησε τον Σωτήρα συνδοξάζεται με θεία δόξα μαζί με Αυτόν που εξήλθε από αυτό το Σώμα το οποίο και αυτό αναστήθηκε σύμφωνα με την προφητική φράση:  «Ανάστηθι, Κύριε, συ και η Κιβωτός του αγιάσματός σου!».
 Ο Αγιος Μάρκος ο Ευγενικός ευγενικώς αλλά και αυστηρώς καθορίζει: «Απέθανε αλλ' ανέστη τριήμερος, πιστοποιούσα την κοινήν ανάστασιν ην ελπίζομεν πάντες».
 Ο Δογματικότατος Αγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός δογματίζει: «Η Θεοτόκος έπρεπε να αναστηθεί εκ τάφου!».
 Ενα λογικό επιχείρημά μας θα μπορούσε να είναι: «Ο Θεός που επέτρεψε να έχουμε τόσους ολόσωμους αγίους και αδιάφθορα λείψανα, όπως το ίδιο το δεξί χέρι του μεγίστου Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή και την χείρα της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής (που ήταν σύγχρονοι της Θεοτόκου) δεν θα επέτρεπε να έχουμε μέρους (εάν όχι ολόκληρο) του Παναγίου Σώματος της Παναγίας μας;». Εχουμε μόνο την Αγία Εσθήτα, την Τιμία Ζώνη και τίποτε άλλο, διότι είναι αναστημένο και δεδοξασμένο. Λογικό πάντως είναι, πως το Έξοχο και Υπέραγνο Σώμα που «δάνεισε» Σάρκα και Αίμα στον Θεάνθρωπο Ιησού να μην κατέληγε ποτέ άδοξα στο χώμα, παραδομένο στη φθορά και την όζουσα σήψη της αποσυνθέσεως.
 Ο περίπλοκος αυτός και περιποίκιλτος όρος, «δάνεισε», όσο παράξενος και εάν ακούγεται, άλλο τόσο και φοβερά συγκινητικός είναι, καθότι το ιερό αυτό δάνειο δεν είναι «δανεικό και αγύριστο» αλλ' επιστρέφεται με ασύλληπτο και υπέρογκο «Τόκο» όχι μόνο προς την Θεοτόκο, αλλά και προς όλους τους πιστούς Ορθοδόξους που την αποδέχονται ως Μητέρα τους, μέσω του «Σταθερού Επιτοκίου» του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Στο δεύτερο Στιχηρό του δευτέρου Κανόνα της Ογδόης Ωδής της Κοιμήσεως, παρουσιάζεται ο Χριστός «ως οφειλέτης Υιός».
 Στην διαδραματική Εικόνα της Κοιμήσεως, ο Χριστός δέχεται τώρα με λαχτάρα και ορθάνοιχτα χέρια στην αγκαλιά Του, αυτήν που Τον αγκάλιασε πρώτη και θήλασε τον Συνέχοντα τα πάντα και Τροφόν της ζωή μας. Για αυτό λέγει το Μεγαλυνάριο της Ενάτης Ωδής: «Εξίσταντο Αγγέλων αι δυνάμεις, εν τη Σιν σκοπούμεναι, τον οικείον Δεσπότην, γυναικείαν ψυχν χειριζόμενον».Τρελλάθηκαν από την χαρά τους οι Άγγελοι να βλέπουν τον δικό τους «Αφεντικό» να αγκαλιάζει και να υποδέχεται την ΜΑΝΝΑ Του! Ο Δοτήρας των αγαθών και Δωρητής του Παραδείσου μας δώρησε την Θεοτόκο. Και εμείς Του προσφέραμε Μητέρα Παρθένον, «τα σα εκ των σων». Δώσαμε σώμα και αίμα, και λαμβάνουμε Σώμα και Αίμα Θεϊκό, Αίμα και Πυρ και Ατμίδα καπνού. Δώσαμε γάλα και λάβαμε Δωδεκαετή Παντοκράτορα. Χαρίσαμε άνθρωπο και λάβαμε Θεάνθρωπο. Προσφέραμε Αγνεία και λάβαμε άμεση και αποδεκτή Πρεσβεία. Χαρίσαμε Παρθενία και λάβαμε Θεομητορία.
 Πρωτοφανές ορόσημο στην παγκόσμια ιστορία: «Ιδού η δούλη σου, γένοιτο κατά το ρήμα σου». Καμιά άλλη γυναίκα ισχυρή, με δύναμη ανυπέρβλητη και κοσμική επιρροή, δεν κατάφερε ποτέ να καθορίσει την πορεία και τύχη του πλανήτη με μία μόνο τέτοια απλή, σημαδιακή συγκατάθεση. Καμία άλλη διάσημη μητέρα, βασίλισσα η πριγκίπισσα, αυτοκρατόρισσα ή αυγούστα, δεν κατάφερε ποτέ να διασχίσει και να προσδιορίσει την ιστορία ολόκληρης της ανθρωπότητας σε «Πριν και Μετά» από τη γέννηση ενός υιού της. Κανένα άλλο νήπιο δεν προσκυνήθηκε από τη γέννησή του ως Βασιλιάς και Θεός ταυτοχρόνως, και κανένα άλλο νήπιο δε στάθηκε αφορμή να σφαγιαστούν αδίκως, χιλιάδες άλλα τόσα αθώα νήπια, στο όνομά Του, και να παρασταθούν ως πραγματικοί Πρωτομάρτυρες στο Χριστιανικό προσκήνιο.
Τέτοια άφταστη και ανείπωτη θεία δόξα, ενός νεοτάτου και αγνοτάτου κοριτσιού, θα την ζήλευαν οι φεμινίστριες απανταχού της γης. Ενα κυριολεκτικά άγνωστο και άσημο δεκαεξάχρονο κορίτσι που ζούσε σε μια άσημη γωνιά της γης, τολμά τώρα να προφέρει και να προμηνύει σα πάνσοφη προφήτιδα την πιο παράξενη προφητεία, την πιό σοκαριστική δήλωση, το πιό διαδραματικό διάγγελμα, την πιο διαπλανητική προσφώνηση και την πιο πρωτοπορειακή ποτε (αλλά και προκλητική ίσως) ακατάκριτη αυτοπροβολή:
«Από τώρα και πέρα θα με μακαρίζουν, θα με εξυμνούν και θα με δοξάζουν όλες οι γενιές του κόσμου!».
Η Θεοτόκος επίσης «κείται εις πτώσιν και ανάσταση πολλών». Πίπτει πάνω της διάβολος και λυσσάζει, διότι διαβάζει το «Ιδού η Παρθένος» και εξετάζει καλά τις παρθένες όλες όπου γης, να βρεί ποιά μπορεί να είναι!» (Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης). Πίπτουν επάνω της οι δαίμονες της πλάνης και οι αιρετικοί πάντες που τους τσακίζει τα ντροπιασμένα πρόσωπα με την τρομερή της όψη και φοβερή κόψη της ρομφαίας που διαπέρασε την ψυχή της, την μάχαιρα που «ήλθε να βάλει» ο Υιός της διά της Θυσίας του Σταυρού. «Ανασταίνει», εγείρει πολλούς Νέους Αγίους και Μάρτυρες και πολλά Άγια Μοναστήρια. Ανασταίνει το δικό της ξέχωρο Πανάγιο Περιβόλι, το Άγιον Όρος. Πρωτότοκος των νεκρών ο Υιός της, δευτερότοκη αυτή, τριτότοκος ο Ιωάννης.
Στην Υπέροχη Ακολουθία του Ακαθίστου Υμνου, στο Γράμμα «Ν» Νέαν έδειξε κτίσιν... διαβάζουμε περιχαρώς: «Χαίρε, αναστάσεως τύπον εκλάμπουσα!». Δεν είναι τυχαίο ούτε φιλολογίας χάριν που ονομάζουμε την Κοίμηση της Θεοτόκου, «το Πάσχα του Καλοκαιριού!». Πράγματι, είναι πραγματικό Πάσχα, χαρά Θεού! Για αυτό και ο εξαίρετος Κανόνας του Όρθρου της Κοιμήσεως, παρουσιάζει καθαρά Αναστάσιμο Χαρακτήρα, πανόμοιο με τον Αναστάσιμο Κανόνα του Πάσχα, σε Πρώτο πάλι Αναστάσιμο Ήχο! «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη», (την θεία δόξα της Αναστάσεως), «Νικητικά μεν βραβεία ήρω... Θεόν κυήσασα... μιμουμένη δε τον Ποιητήν και Υιόν (μίμηση διά τριημέρου Αναστάσεως).... συν τω Υιώ εγείρη διαιωνίζουσα!». Το «συν» εδώ σημαίνει «όπως ακριβώς»!
Έχει και ο Δεκαπενταύγουστος την δική του «Μεγάλη Εβδομάδα». Είναι η εβδομάδα της Μεγάλης Προπαρασκευής της Παναγίας για την Μεγάλη και Ένδοξη αναχώρησή της. Είναι η Εβδομάδα του Μικρού και Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα. Είναι η ιστορική της Ταφή στης Γεθσημανής το χωρίο. Είναι ο Θεομητορικός Επιτάφιος, τα θρηνητικά και συγκινητικότατα Εγκώμια της Παναγίας μας. Τον Δεκαπενταύγουστο δεν γιορτάζουμε Κοίμηση αλλά Ανάσταση, Ακοίμητη Κοίμηση με πάλι στον Άδη επανάσταση και μάλιστα αυτή τη φορά από γυναίκα! Το διασαφηνίζει πανηγυρικώς το Κοντάκιο: «Την εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον.... τάφος κανέκρωσις ούκ εκράτησεν!» Λόγια που θα νόμιζε κανείς λέγονται μόνο για τον Χριστό! «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι... παρθενεύει γαρ τόκος, και ζων προμνηστεύεταιθάνατος. Η μετ τκον Παρθένος, και μετ θάνατον ζώσα!».
Η Παναγία εισήλθε χαίρων εις την χαράν του Κυρίου και Υιού της. Θεοτόκος γάρ εκ του τάφου ανέτειλε. Ο άδης φησίν, επικράνθη, συναντήσας την Αγιωτέραν Γυναίκαν της Γης! Έλαβε σώμα και Θεοτόκω περιέτυχεν. Έλαβε Αγνήν Μητέραν και συνήντησεν Ουρανών Πλατυτέραν. Πού σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου, άδη, το νίκος; Ενικήθης υπό Αγίας Γυναικός! Ανέστη Θεοτόκος και σύ καταβέβλησαι. Ανέστη Θεοτόκος και πεπτώκασι των αιρέσεων δαίμονες. Ανέστη Θεοτόκος και χαίρουσιν άγγελοι διά την Βασίλισσαν των Αρχαγγέλων. Ανέστη Θεοτόκος, και ζωή πολιτεύεται, ότι μετέστη προς την ζωήν, Μήτηρ υπάρχουσα της Ζωής.
Θέλει αρετή και τόλμη η Ορθόδοξη Υμνολογία. Είχε τόλμη η Παναγία για αυτό και τολμήθηκε η παρούσα πραγματεία.
Η Θεοτόκος, όταν ήταν νέα κοπέλα, τόλμησε να πεί το ιστορικότατο: «Από τώρα και πέρα θα με μακαρίζουν όλες οι γενιές του κόσμου!». Οταν κοιμήθηκε και αφού αναστήθηκε, κατά την ώρα της αναλήψεώς της (το διασώζει με Θεϊκή Επιστασία η Ιερή και Εκκλησιαστική μας Παράδοση) ενώ την κοίταζαν με δάκρυα οι διπλά πια ορφανεμένοι Μαθητές και εκλιπαρούσαν το «μη μας εγκαταλείπεις», Εκείνη, ενώ ανέβαινε «ον τρόπον ανελήφθη ο Υιός της» εις τους ουρανούς, Εκείνη πάλι τόλμησε να πει εκείνο το Θεαρχικότατο:
«Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί, έως της Δευτέρας Παρουσίας του Υιού μου!!!»