Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

H Aγία Αικατερίνη,η Παναγία και το δαχτυλίδι του Χριστού.


web statistics


Η Αγία Αικατερίνη γεννήθηκε στην Ελληνικώτατη και μεγάλη πόλη της Αιγύπτου, την Αλεξάνδρεια. Η οικογένεια της ήτανε από τις μεγαλύτερες και επισημότερες οικογένειες.
Είχε καταγωγή βασιλική. Ήταν απόγονος των Πτολεμαίων, των βασιλέων της Αιγύπτου. Ο δε πατέρας της λεγόταν Κώνστας και είχε διορισθή από εκείνους, που διοικούσαν την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία τοπάρχης στην Κύπρο. Κατόπιν όμως μετετέθη στην Αλεξάνδρεια.

Μόρφωσις καταπληκτική
Η Αικατερίνη ήτανε εξυπνότατη και είχε μεγάλη όρεξι, για σπουδή και γράμματα. Ως τα δεκαοκτώ χρόνια έμαθε τέλεια την Ελληνική και Ρωμαϊκή Παιδεία και Επιστήμη. Έμαθε τους μεγάλους ποιητές, τον Όμηρο και τον Βιργίλιο. Σπούδασε την Ιατρική και διάβασε τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό, τους ιατρούς. Περισσότερο όμως ασχολήθηκε με την Φιλοσοφία. Τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τον Φιλιστίωνα και τους άλλους φιλοσόφους τους έπαιζε στα δάκτυλα. Ασχολήθηκε και με τους μεγάλους μάγους και αποκρυφιστάς, τον Διονύσιον και την Σίβυλλαν. Έμαθε την ρητορική τέχνη και είχε ευφράδεια καταπληκτική. Έμαθε επίσης πολλές γλώσσες. Τόση δε ήταν η εξυπνάδα της και η σοφία, που απέκτησε, ώστε έμειναν κατάπληκτοι όσοι την έβλεπαν και την άκουγαν.
Η οικογένεια της ήθελε να την παντρέψει αλλά η Αγία αρνιόταν να παντρευτεί γιατί ήθελε να ζήσει ζωή παρθενική. Ύστερα όμως από πολλές πιέσεις είπε στην οικογένεια την ότι θα παντρευόταν κάποιον που θα ήταν ανώτερος της σε όλα τα χαρίσματα. Η οικογένεια της όσο και να έψαξε δεν βρήκε κάποιον και σκέφτηκαν να πάνε σε έναν άγιο άνθρωπο ασκητή να ζητήσουν την συμβουλή του. Αυτός μόλις έμαθε αυτά είπε στην Αγία πως ξέρει Κάποιον που από αυτήν έχει περισσότερα χαρίσματα. Τότε της έδωσε μια εικόνα της Παναγίας που κρατούσε το Θείο βρέφος και της είπε να πάει στο σπίτι της και να προσευχηθεί όλη την νύχτα και η Παναγία θα την οδηγήσει και θα την φωτίσει.

Ο Νυμφίος την αποστρέφεται
Πράγματι η Αικατερίνη πήρε την Εικόνα της Θεομήτορος από τον Ασκητή και πήγε στο σπίτι της γεμάτη σκέψεις και απορίες. Εκεί στο αρχοντικό της άφησε εντολή να μην την ενοχλήση κανείς και κλείστηκε, όπως της είπε ο ασκητής, ολομόναχη στο δωμάτιο της.
Προσευχόταν τη νύκτα συνεχώς. Τα βαθειά μεσάνυχτα, όμως, από την κούρασι και την αγωνία, την πήρε ο ύπνος. Και τι βλέπει στον ύπνο της!
Βλέπει την Βασίλισσα των Ουρανών, την Παρθένα Μαρία, με το Θείο Βρέφος τον Χριστόν στην αγκαλιά της. Ο Χριστός ακτινοβολούσε περισσότερο από τον ήλιο. Κοίταζε όμως την Μητέρα του και όχι την Αικατερίνη. Η Αικατερίνη δεν μπορούσε να ιδή το Πρόσωπο Του. Βλέπει επίσης στον ύπνο της, πως άλλαξε θέση. Πήγε από το άλλο μέρος για να αντικρύση το πρόσωπο Του και το βλέμμα Του. Ο Χριστός όμως γύρισε από το αντίθετο μέρος το πρόσωπο Του. Αυτό συνέβη τρείς φορές. Στην τρίτη φορά άκουσε την Παναγία να λέγη:
– Κοίταξε παιδί μου, την δούλη Σου Αικατερίνη πόσο ωραία είναι, πόσο όμορφη, πόσο λαμπρή…
– Όχι, απάντησε, το Θείο Βρέφος. Είναι άσχημη, μαύρη και σκοτεινή. Δεν μπορώ να την βλέπω.
– Μα είναι η πιο όμορφη από όλους τους φιλοσόφους και ρήτορας, η πιό ευγενής και η πιό πλούσια από όλες τις νέες του τόπου, λέγει η Παναγία.
– Και Εγώ, λοιπόν Μητέρα, σου λέγω πως είναι αμόρφωτη, φτωχή και άξια περιφρονήσεως. Εφ’ όσον βρίσκεται στην κατάσταση που βρίσκεται (πλάνη της ειδωλολατρίας ή της αθεΐας), δεν καταδέχομαι να Μου ιδή το πρόσωπο Μου.
- Παιδί μου, μη την καταφρονείς την νέα. Βοήθησε την, καθοδήγησε την, πως να μπορέση να ιδή το υπέρλαμπρον πρόσωπον Σου, πρόσθεσε η Θεοτόκος.
– Να πάη, απάντησε ο Χριστός, στο γέροντα που της έδωσε την Εικόνα και οτι εκείνος την συμβουλέψη, να κάνη. Μόνον έτσι θα ιδή το πρόσωπον Μου και θα νοιώση χαρά ανείπωτη και θα βρή την ευτυχία της.
Αυτά βεβαίως η Αικατερίνη τα είδε, όπως είπαμε, στον ύπνο της και ξύπνησε ταραγμένη.

Το δακτυλίδι της Θείας Μνηστείας
Νύχτα σχεδόν ξεκίνησε με μερικές άλλες γυναίκες, για να συναντήση τον άγιο εκείνο γέροντα ασκητή. Όταν έφτασε, έπεσε με δάκρυα στα πόδια του και άρχισε να του διηγήται λεπτομερώς όσα είδε στον ύπνο της. Έπειτα τον παρακαλούσε να την συμβουλέψη τι να κάνη, για να μπορέση να ιδή το πρόσωπον του Χριστού.
Ο ασκητής δεν έχασε την ευκαιρία. Της μίλησε για την χριστιανική Πίστι. Για τα μυστήρια του σύμπαντος και τον προορισμό του ανθρώπου. Της είπε έπειτα για τον Νυμφίον-Χριστόν και την αγάπη, που έδειξε για το ανθρώπινο γένος, ώστε να εγκαταλείψη την Βασιλεία των Ουρανών και να έλθη στη γη και να σταυρωθή για την κάθε ψυχή. Ακόμη της είπε για την ευτυχία, που ευρίσκουν οι ψυχές, που κατορθώνουν να γυρίσουν στον Χριστό, να συνδεθούν μαζί Του και να γίνουν νύμφες Του.
Η Αικατερίνη τ’ άκουσε όλα αυτά με μεγάλη προσοχή. Το σοφό μυαλό της και η ευαίσθητη καρδιά της δεν άργησαν να κλείσουν μέσα τους την αλήθεια της χριστιανικής Πίστεως.
Ζήτησε μάλιστα να βαπτισθή. Μέχρι τότε ήταν αβάπτιστη. Πράγματι ο ασκητής, που είδε την αγάπη της προς τον Χριστό, την εβάπτισε.
Χαρούμενη τώρα η Αικατερίνη, πήγε στο μέγαρο και όλη τη νύχτα προσευχότανε στον Χριστό. Τι χαρά ήταν εκείνη! Τι ευτυχία!… Όταν όμως την πήρε ο ύπνος, βλέπει πάλι την Παναγία, με το λαμπερό Θείο Βρέφος. Αλλά αυτή τη φορά, δεν γύρισε το Βρέφος αλλού τα μάτια Του. Αλλά την κοίταζε με γλυκό και γαλήνιο βλέμμα.
- Πως, Τον ρώτησε η Παρθένος, Σου φαίνεται τώρα η νέα;
– Τώρα μάλιστα, απάντησε! Τώρα έγινε λαμπερή, ένδοξη, πλούσια και πάνσοφος. Τίποτε από τα παλαιά δεν ευρίσκω επάνω της. Έφυγε το σκοτάδι. Εξαφανίστηκε η ασχήμια της. Χάθηκε η φτώχια και η αμορφωσιά της. Τώρα είναι καλή. Είναι γεμάτη χαρές και αγαθά. Τώρα, μάλιστα, συμφωνώ και αποφασίζω να την μνηστευθώ, για νύμφη Μου άφθορο.
Τότε η Αικατερίνη, είδε, πως έπεσε χάμω και πως με δάκρυα Του έλεγε:
– Υπερένδοξε Δέσποτα, δεν είμαι άξια να ιδώ την Βασιλεία Σου. Αλλά αξίωσε με να γίνω μια ταπεινή δούλη Σου.
Εκείνη τη στιγμή βλέπει –στον ύπνο της πάντα– την Παναγία να της πιάνη το δεξί της χέρι και να λέγη:
– Δός της παιδί Μου, το δακτυλίδι, να την νυμφευθής, για να την αξιώσης της Βασιλείας Σου της αιωνίου.
Πράγματι! Ο Δεσπότης – Χριστός της έβαλε στο δάκτυλο ένα ωραίο δακτυλίδι και της είπε:
”Ιδού σήμερα σε λαμβάνω για νύμφη Μου άφθορο και αιώνιο. Φύλαξε με ακρίβεια αυτή τη συμφωνία και μη λάβης πλέον άλλον νυμφίον επίγειον”.
Με τα λόγια αυτά του Χριστού ξύπνησε η Αγία Αικατερίνη. Κοίταξε το δεξί της χέρι και βλέπει – ώ του θαύματος! – οτι φορούσε το δακτυλίδι, ενώ στη ζωή της ποτέ άλλοτε δεν είχε φορέσει!
Πλημμύρισε τότε η καρδιά της από ιερή συγκίνησι και θείο έρωτα. Δόθηκε από τότε ολόψυχα στον Χριστό.

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Η Θεομητοροσκέπαστη Κύπρος


web statistics



Η Υπεραγία Θεοτόκος η Ελεούσα του Κύκκου (1791)
Ιερός Ναός Παναγίας Χρυσοπολιτίσσης, Λάρνακα
Ελπίς μου γλυκυτάτη και καταφυγή και της ψυχής μου χαρά, Παναγία μου, και της ψυχής μου χαρά, Παναγία μου, χαράς εκείνης δείξον μέτοχον, μέτοχον, πάναγνε, την ταχείαν σου σκέπην και την βοήθειάν και το έλεος δείξον επί τους δούλους σου· και τα κύματα, αγνή, καταπραύνον, Παρθένε, ότι ισχύεις όσα και βούλοιο.
 Παναγία Χορδακιώτισσα (1853) Ιερός Ναός Παναγίας Χορτακιώτισσας, Σωτήρα Αμμοχώστου
Η Παναγία Παρθένος παρακαλεί τον υιόν της· παρακαλώ σε, υιέ μου και πλαστουργέ μου, όταν καθίσης στην κρίσιν, χριστιανούς δικαιώσεις. Επιθημώ, Παναγία, τα κάλλη του Παραδείσου και τα μυρίπνοα άνθη και την τερπνήν ευωδίαν, την ψαλμωδίαν αγγέλων των ανυμνούντων Δεσπότην. Τον Πρόδρομον Ιωάννην και βαπτιτσήν του Σωτήρος. τον εν προφήταις προφήτην και της ερήμου το θρέμμα, της Ελισσάβετ τον γόνον, ανευφημήσωμεν πάντες.
Παναγία Παντάνασσα (18ος αί.). Παλαιός Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου Παραλιμνίου
Μ’ αρέσουν Παναγία μου, τα κάλλη του Παραδείσου, τα κρίνα και τα άνθη και οι τερπνές ευωδίες, η χαρά των αγίων και οι ψαλμοί των αγγέλων, το κάλλος του υιού σου, στερέωσον τον οίκον τούτον και τους ευρεθέντας εν αυτώ.
 Μήτηρ Θεού «η Τατηότησσα» (16ος αί.) Ιερός Ναός Παναγίας, Καλαβασός, Λάρνακα
Βλέπουσα η Παρθένος ποτέ τον εαυτής μονογενή, τον γλυκύτατον, ερχόμενον δεμένον, κλαίουσα, εφή αυτώ· που πορεύει, τέκνον μου γλυκύτατον, και τίνος χάριν, και ου γινώσκω το σφάλμα μου, και πού υπάγεις, Ιησού ποθεινότατε και Θεέ πολυέλεε; δος μοι λόγον της δούλης σου, υιέ μου παμφίλτατε, μη με παρίδης την ξένην και τεθλιμμέννην μητέρα, υιέ και Θεέ μου, ο δωρούμενος τω κόσμω το μέγα έλεος.
Παναγία η Οδηγήτρια (16ος αί) Ιερός Ναός Παναγίας Ελεούσης Λιοπετρίου, Αμμόχωστος
Ο υιός σου Παρθένε, πάτηρ έστι χριστώνυμων απάντων και αδελφός, όθεν συ, πανάρχαντε, αγνή, τούτον γεννήσασσα και γλυκυτάτη μήτηρ ημών τε και έφορος· εν τω όρω τούτω κλήρον απείληφας παρά του υιού σου, εξερέτως υπάρχεις, διο ημάς οίκτιρον ως εκγόνους και τέκνα και ως δούλους σου, Δέσποινα, πρεσβεύουσα τω σω ιυώ και Θεώ των πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, ώσπερ εν έργω και νω αμαρτάνομεν.
Παναγία «Αγία Νάπα» (19ος αί) Iερά Μονή Αγίας Νάπας, Αμμόχωστος
Παναγία Δέσποινα, η προστασία του κόσμου, Άγγελοι, Αρχάγγελοι, Απόστολοι δώδεκα Θεοσύλλεκτοι, του Χριστού Πρόδρομε, Ιωάννη μάκαρ, Αθλοφόροι τεσσαράκοντα, Στέφανε πρώταθλε, Βίκτωρ και Μηνά και Βικέντιε. Θεόδωρε Δημήτριε και τροπαιοφόρε Γεώργιε, άγιε Ανδρόνικε συν Αθανασίω.Νοκόλαε Θεράπον του Χριστού και τρεις φωστήρες υπέρλαμπροι, υπέρ ημών αεί προσβεύσατε.
Παναγία η Οδηγήτρια (16ος αί.) Ιερός Ναός Παναγίας Χορτακιώτισσας. Σωτήρα Αμμοχώστου
Παναγία Δέσποινα, υπό την σκέπην σου πάντες οι δούλοι σου τρέχομεν και παρακαλούμεν σε οι ανάξιοι·πρόφθασον και λύτρωσαι τους αμαρτολούς, καταφεύγοντας, την ποίμνην σου ταύτην από πάσης περιστάσεως και από τον θάνατον τον αμαρτολόν και πανώλεθρον·οίδομεν ότι δύνασαι πάντα όσα θέλεις και βούλεσαι. Δίσποινα του κόσμου, Βασσίλισσα, Κυρά του παντός, ευλογημένη, επάσουσον τους παρακαλούντας σε.
Παναγία η Οδηγήτρια (15ος αί) Από τον κατεχόμενο Ιερό Ναό Αγίου Ιακόβου, Παλαιά Λευκωσία
Ψυχή μου, μεγαλύνον την αγνήν Παρθένον και Θεοτόκον άνασσαν, την δεξαμένην ασπόρως τον βασιλέα της δόξης.
Πηγή:  noctoc-noctoc.blogspot.gr

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Ο ΕΜΨΥΧΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


web statistics


Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα τῆς Ἑορτῆς τῶν Εἱσοδίων: Ἑβρ. θ´ 1-7

Ἀδελφοί, εἶχεν ἡ σκηνὴ ἡ πρώτη δικαιώματα λατρείας
τό τε ἅγιον κοσμικόν. σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη…


1. Η ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

.         Στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῶν Εἰσοδίων τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου περιγράφεται ἡ «σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου», ὁ πρῶτος δηλαδὴ ναὸς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὸν ὁποῖο εἶχε κατασκευάσει ὁ Μωυσῆς σύμφωνα μὲ τὶς ὁδηγίες ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Μᾶς λέει λοιπὸν ὁ θεῖος Ἀπόστολος ὅτι στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὑπῆρχε ἕνα μοναδικὸ θυσιαστήριο, τὸ ὁποῖο λεγόταν «Σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου». Ἦταν μία σκηνή, ἕνας μεταφερόμενος Ναός, γιὰ νὰ ἐξυπηρετεῖ τὶς λατρευτικὲς ἀνάγκες τῶν Ἰουδαίων μέσα στὴν ἔρημο. Τὴν ὥρα τῆς λατρείας ὁ λαὸς στεκόταν ἔξω στὸν περίβολο τοῦ Ναοῦ αὐτοῦ, γιὰ νὰ προσφέρει ἀπὸ ἐκεῖ τὶς θυσίες στὸν Θεό. Ἐσωτερικὰ τὸ πρῶτο διαμέρισμα τῆς σκηνῆς λεγόταν Ἅγια. Μέσα σ᾽ αὐτὸ ὑπῆρχε ἡ Λυχνία καὶ ἡ Τράπεζα τῆς προθέσεως, ὅπου κάθε Σάββατο τοποθετοῦνταν δώδεκα ἄρτοι, τοὺς ὁποίους προσέφεραν στὸν Θεὸ οἱ δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ. Τέλος ὑπῆρχε τὸ ἱερότερο διαμέρισμα τοῦ Ναοῦ, τὰ «Ἅγια τῶν Ἁγίων», τὸ ὁποῖο χωριζόταν ἀπὸ τὰ «Ἅγια» μὲ ἕνα μεγάλο βαρύτιμο ὕφασμα ποὺ λεγόταν «καταπέτασμα». Στὰ «Ἅγια τῶν Ἁγίων» ὑπῆρχε τὸ χρυσὸ θυμιατήριο καὶ ἡ «κιβωτὸς τῆς διαθήκης», ποὺ ἦταν καλυμμένη μὲ χρυσάφι ἀπ᾽  ὅλες τὶς πλευρές της. Πάνω στὴν Κιβωτὸ ὑπῆρχε ἡ χρυσῆ στάμνα μὲ τὸ μάννα ποὺ εἶχε στείλει ὁ Θεὸς στὴν ἔρημο. Ὑπῆρχε ἀκόμη καὶ ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρὼν ποὺ εἶχε βλαστήσει θαυματουργικά, καὶ οἱ θεοχάρακτες πλάκες μὲ τὶς δέκα ἐντολές. Πάνω ἀπὸ τὴν Κιβωτὸ ὑπῆρχαν δύο χρυσὰ Χερουβείμ· καὶ ἀνάμεσα σ᾽  αὐτὰ ἐμφανιζόταν καὶ μιλοῦσε ὁ Θεός. Αὐτὰ σκέπαζαν μὲ τὰ φτερά τους τὸ χρυσὸ κάλυμμα τῆς κιβωτοῦ, ποὺ ὀνομαζόταν Ἱλαστήριο.Ἀργότερα βέβαια ὁ βασιλεὺς Σολομὼν ἔχτισε μόνιμο Ναό, περίλαμπρο καὶ μεγαλοπρεπῆ. Σ᾽αὐτὸν τὸν Ναὸ ἀξιώθηκε νὰ λατρεύσει τὸν Θεὸ καὶ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ μοναδικὴ κόρη τῆς Ναζαρέτ, ἡ Παρθένος Μαριάμ, ἀναδείχθηκε ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀπὸ τὸν ἐπίγειο ναὸ τῆς Ἱερουσαλήμ. Διότι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἀξιώθηκε νὰ γίνει τὸ ἁγιότερο σκεῦος, ποὺ ἔφερε μέσα της τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Στὸν ἐπίγειο Ναὸ ὑπῆρχε ἡ ἑπτάφωτος Λυχνία· ἡ Παναγία μας ὅμως ἔγινε ἡ «φωτοδόχος λαμπάδα» ποὺ ἐβάστασε Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου καὶ μέσα στὰ σκοτάδια τοῦ κόσμου ἀκτινοβόλησε μὲ τὴν ἁγία ζωή της τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ. Ἔγινε ἐπίσης τὸ «χρυσὸ θυμιατήριο», τὸ «θυμίαμα τὸ εὔοσμον», ποὺ πλημμύρισε ὅλο τὸν κόσμο μὲ τὴν εὐωδία τῶν ἀρετῶν της. Στὸ Ναὸ τοῦ Σολομῶντος ὑπῆρχε ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρὼν ποὺ θαυματουργικὰ βλάστησε. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ὅμως ἔγινε «ἡ ράβδος ἡ μυστική», ἀπὸ τὴν ὁποία ἄνθισε ὁ Θεάνθρωπος, «τὸ ἄνθος τὸ ἀμάραντον». Πάνω στὴν Κιβωτὸ τῆς Διαθήκης ὑπῆρχαν οἱ πλάκες μὲ τὶς δέκα ἐντολές. Ἡ Παναγία μας ἔφερε μέσα της τὸν ἴδιο τὸ Νομοθέτη· ἔφερε μέσα της ὄχι τὸ μάννα τῆς ἐρήμου ἀλλὰ τὸν «ἄρτον τῆς ζωῆς», ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τρέφει καὶ μεταγγίζει ζωὴ σὲ ὅλους μας. Ἔγινε «ἡ ἔμψυχος τράπεζα», τὸ «ἱλαστήριον τοῦ κόσμου» ποὺ δέεται γιὰ μᾶς στὸν οὐράνιο θρόνο. Πόσα ἄραγε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε; Τουλάχιστον ἂς στεκόμαστε μὲ δέος μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο τῆς ἀχράντου Παρθένου καὶ ἂς ἀγωνιζόμαστε νὰ τὴν μιμούμαστε στὶς ἀρετές της, στὴν ἁγιότητά της.

2. ΕΜΨΥΧΟΙ ΝΑΟΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

.         Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν συνέχεια σημειώνει ὅτι μέσα στὸν Ναὸ τοῦ Θεοῦ μποροῦσαν νὰ εἰσέλθουν μόνο οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἀρχιερεῖς. Ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ δὲν μποροῦσε νὰ μπεῖ μέσα σ᾽αὐτόν, ἀλλὰ λάτρευε τὸν Θεὸ ἔξω στὴν αὐλή. Διότι ἔτσι εἶχε σχεδιασθεῖ καὶ κατασκευασθεῖ ἡ σκηνή, ὥστε στὸ πρῶτο διαμέρισμά της, δηλαδὴ στὰ Ἅγια, νὰ μπαίνουν οἱ ἱερεῖς καὶ νὰ τελοῦν τὶς ἱεροτελεστίες. Στὸ δεύτερο διαμέρισμα, δηλαδὴ στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἔμπαινε μόνο ὁ Ἀρχιερεύς, κι αὐτὸς μόνο μία φορὰ τὸν χρόνο, τὴν ἡμέρα τοῦ Ἐξιλασμοῦ. Κρατοῦσε στὰ χέρια του ἕνα δοχεῖο μὲ τὸ αἷμα τῶν ζώων ποὺ εἶχε θυσιάσει ἔξω στὸ θυσιαστήριο καὶ τὸ προσέφερε ὡς ἐξιλαστήρια θυσία γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ γιὰ τὶς ἁμαρτίες, ποὺ ἀπὸ ἄγνοια εἶχε διαπράξει ὁ λαός.Στὸν Ναὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης λοιπὸν τελοῦνταν θυσίες ζώων. Καὶ μὲ τὸ αἷμα τῶν ζώων αὐτῶν ραντιζόταν ὁ Ναός, γιὰ νὰ ἐξιλεωθοῦν οἱ ἄνθρωποι γιὰ τὰ ἀνομήματά τους. Ὅμως τὸ αἷμα αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες τους. Τὸ μόνο ποὺ ἔκανε ἦταν νὰ τοὺς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ συμμετέχουν στὴν λατρεία τοῦ Θεοῦ. Ὅλα αὐτὰ ὅμως ἦταν μία προτύπωση τῶν μεγάλων καὶ ἀσύλληπτων πραγματικοτήτων ποὺ θὰ συνέβαιναν στὴν Καινὴ Διαθήκη. Διότι ἀπὸ τότε ποὺ τελέσθηκε πάνω στὸν Γολγοθᾶ ἡ μία καὶ ἀνεπανάληπτη θυσία τοῦ Κυρίου μας, οἱ σκιὲς καὶ τὰ σύμβολα παραμερίσθηκαν. Τώρα πλέον δὲν ἔχουμε ἕνα μοναδικὸ Ναὸ ἀλλὰ ἀμέτρητους Ναοὺς ἀσυγκρίτως ἱερότερους ἀπὸ τὸν Ναὸ τοῦ Σολομῶντος. Στοὺς Ναούς μας αὐτοὺς δὲν ἔχουμε θυσίες ζώων ἀλλὰ τὴν μοναδικὴ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ, τὴν θυσία τοῦ ἀμώμου καὶ ἀσπίλου Χριστοῦ. Δὲν ἔχουμε πλέον προτυπώσεις ἀλλὰ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος θυσιάζεται καὶ προσφέρει τὸ σῶμα του καὶ τὸ αἷμα Του γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Μυριάδες ἀγγέλων, Ἅγιοι καὶ ἄνθρωποι, ἱερεῖς καὶ λαὸς κυκλώνουμε τὸ ἱερὸ Θυσιαστήριο μὲ φόβο καὶ δέος. Ἀνάμεσά μας κατέρχεται καὶ πορεύεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης. Κι ἐμεῖς ἀξιωνόμαστε νὰ γινόμαστε ἔμψυχοι ναοὶ τοῦ Θεοῦ, νὰ φέρουμε μέσα μας τὸν ἴδιο τὸν Κύριο.Ἀλήθεια, τὰ νιώθουμε, τὰ ζοῦμε ἐμεῖς ὅλα αὐτὰ τὰ μεγάλα καὶ φοβερὰ κάθε φορὰ ποὺ εἰσερχόμαστε στὸ Ναὸ τοῦ Θεοῦ; Χωρὶς τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ βέβαια τίποτε δὲν θὰ μπορέσουμε ποτὲ νὰ κατανοήσουμε. Γι᾽αὐτὸ ἂς παρακαλοῦμε τὸν ἅγιο Θεὸ νὰ μᾶς φωτίζει καὶ νὰ μᾶς ἀξιώνει νὰ γινόμαστε κι ἐμεῖς ἔμψυχοι ναοὶ τοῦ Θεοῦ, ἀκολουθώντας τὴν ἁγία πορεία ποὺ εἶχε ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», τ.2011, 15.11.2010

«Ἡ στάση μας ἀπέναντι στὴν Παναγία φανερώνει τὴν στάση μας καὶ ἔναντι τοῦ Χριστοῦ».


web statistic










 Η ΕΝ ΤΩ ΝΑ ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
(21 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

Τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

.        «Ἡ ἐν τῷ Ναῷ εἴσοδος τῆς Θεομήτορος ἔφερε ἑορτὴ γιὰ τοὺς εὐσεβεῖς θαυμαστὴ καὶ παγκόσμια, ἔχοντας ἀφορμὴ τὸ παρακάτω γεγονός. Ἡ πανσέβαστη Ἄννα, καθὼς περνοῦσε τὴν ζωή της χωρὶς παιδιά, παρακαλοῦσε, μαζὶ μὲ τὸν σώφρονα Ἰωακείμ, μὲ νηστεῖες καὶ δεήσεις, τὸν Κύριο τῆς φύσεως, νὰ τοὺς λυπηθεῖ καὶ τοὺς  χαρίσει ἕνα παιδί, ὑποσχομένη, ἂν ἱκανοποιηθεῖ τὸ αἴτημά της, τὸ παιδὶ ποὺ θὰ γεννοῦσε νὰ τὸ ἀναθέσει ἀμέσως σ’  Ἐκεῖνον. Πράγματι, ἀφοῦ γέννησε αὐτὴν ποὺ ἔφερε τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου, τὴν συμφιλίωση τοῦ Θεοῦ  πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν αἰτία τῆς ἀναπλάσεως καὶ τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς θέωσης τοῦ πεσμένου στὴν ἁμαρτία Ἀδάμ, δηλαδὴ τὴν Παναγία Θεοτόκο Μαρία, αὐτὴν λοιπόν, κατὰ τὸν τρίτο χρόνο μετὰ τὴν παράδοξη γέννησή της, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση ποὺ εἶχαν δώσει στὸν Θεό, τὴν ὁδηγοῦν στὸ Ἱερὸ καὶ τὴν παραδίδουν στοὺς ἱερεῖς. Οἱ ἱερεῖς τὴν παρέλαβαν καὶ σὰν νὰ ὑπηρετοῦσαν τὴν βούληση τοῦ Θεοῦ –Ἐκείνου ποὺ ἐπρόκειτο μετὰ ἀπὸ λίγο νὰ γεννηθεῖ ἀπὸ αὐτήν, μὲ σκοπὸ τὴν διόρθωση καὶ τὴν σωτηρία τοῦ παντός– τὴν βάζουν στὸ ἐνδότατο τοῦ ναοῦ, γιὰ νὰ ζεῖ ἐκεῖ ἡ ἴδια μόνη γιὰ δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια, ἐκεῖ δηλαδὴ ποὺ ἔχει νομοθετηθεῖ νὰ εἰσέρχεται μία φορὰ τὸν χρόνο ὁ ἀρχιερεύς. Ἡ Μαρία ζώντας σ’  αὐτὸ τὸ ἄδυτο διὰ παντὸς καὶ τρεφομένη  παράδοξα μὲ τροφὴ οὐράνια ἀπὸ ἄγγελο, ἔμεινε στὸ ἱερὸ αὐτὸ μέχρι τὸν θεῖο Εὐαγγελισμό της καὶ μέχρι νὰ ἀκουστοῦν τὰ θεϊκὰ μηνύματα ποὺ δίδασκαν ὅτι ὁ Θεὸς εὐδόκησε νὰ σαρκωθεῖ ἀπὸ φιλανθρωπία καὶ νὰ σώσει τὸν κόσμο ποὺ χανόταν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἐδῶ λοιπὸν κατοικοῦσε καὶ ζοῦσε, ὁπότε ἀξιώθηκε νὰ τῆς ἐμφανιστεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ δέχεται ἀδιάλειπτα τροφὴ οὐράνια, μέσῳ ἀγγέλου ποὺ ὑπηρετοῦσε αὐτὴν τὴν ἀποστολή, ὅπως εἴπαμε, εἰς δόξαν Θεοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν».

.        Πολλοὶ εἶναι οἱ ὑμνογράφοι  τῆς Θεομητορικῆς αὐτῆς ἑορτῆς, τῆς ὁποίας τὸ γεγονὸς  δὲν καταγράφεται καθόλου στὴν Καινὴ Διαθήκη. Τὸ περιστατικὸ τῆς ἐν τῷ Ναῷ εἰσόδου της ὑπάρχει στὰ Ἀπόκρυφα λεγόμενα εὐαγγέλια, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ ἄλλες ἑορτὲς τῆς Παναγίας, σὲ κείμενα δηλαδὴ ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας δὲν τὰ θεώρησε ἔγκυρα, λόγῳ ἐνυπαρχουσῶν σ’ αὐτὰ αἱρέσεων ἢ καὶ μυθοπλασιῶν. Μέσα σ’ αὐτὰ ὅμως ὑπάρχουν καὶ ἀληθινὰ γεγονότα, ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας δὲν διστάζει νὰ τὰ ἀνασύρει καὶ νὰ τὰ ἑορτάσει, διαβλέποντας ὄχι μόνον τὴν ἀλήθειά τους, ἀλλὰ καὶ τὴν ὠφελιμότητά τους. Κι εἶναι τοῦτο ἕνα στοιχεῖο ποὺ φανερώνει τν πόλυτη ατοσυνειδησία τς κκλησίας, ς «στύλου καὶ δραιώματος τς ληθείας»αὐτοσυνειδησίας τέτοιας ποὺ τῆς δίνει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἄνεση νὰ ἐπιλέγει ὅ,τι θεωρεῖ ἀληθινὸ καὶ καλό, ἔστω κι ἂν τοῦτο προέρχεται ἀπὸ μὴ θεωρούμενα κανονικὰ κείμενα.
.        Ἕνα πρῶτο στοιχεῖο ποὺ τονίζουν οἱ ὑμνογράφοι τῆς ἑορτῆς εἶναι ὅτι τὰ ἴδια τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, ὅπως καὶ τὰ γεγονότα πρὶν ἀπὸ αὐτά, σὰν τὴν Γέννησή της, ἀλλὰ καὶ τελικῶς κάθε τί ποὺ σχετίζεται μὲ τὴν Παναγία, ἔχουν τὸν χαρακτήρα τοῦ παράδοξου καὶ τοῦ ἀνερμηνεύτου γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δεδομένα. «Ὢ τῶν ὑπὲρ ἔννοιαν θαυμάτων σου, Πανάχραντε! Ξένη σου ἡ γέννησις ὑπάρχει· ξένος ὁ τρόπος ὁ τῆς αὐξήσεως· ξένα καὶ παράδοξα τὰ σὰ πάντα, Θεονύμφευτε, καὶ βροτοῖς ἀνερμήνευτα». Αἰτία γι’ αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Παναγία ὑπῆρξε ἡ κατ᾽ ἐξοχὴν Κεχαριτωμένη ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ δοχεῖο τοῦ ἁγίου Πνεύματος, λοιπὸν σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς της βρισκόταν ὑπὸ τὴν ἄμεση ἐπίβλεψη τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι Αὐτὴν ἤδη προκατήγγειλε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὸ λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο – τὴν πρώτη ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ περὶ τοῦ ἐρχομοῦ Του στὸν κόσμο μέσῳ μιᾶς γυναίκας, μετὰ τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων στὴν ἁμαρτία – Αὐτὴν διαρκῶς προφήτευαν οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐπαναβεβαιώνοντας τὸ Πρωτευαγγέλιο, Αὐτὴν δόξαζαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, Αὐτὴν εἶχαν ὡς καύχημά τους ὅλοι οἱ μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, Αὐτὴν ἐπικαλούμαστε καὶ ἐμεῖς ὡς πρέσβειρα τῆς σωτηρίας μας.  «…Τὴν προεκλεχθεῖσαν ἐκ πασῶν τῶν γενεῶν εἰς κατοικητήριον τοῦ παντάνακτος Χριστοῦ καὶ Θεοῦ τῶν ὅλων». «Σὺ τῶν Προφητῶν τὸ κήρυγμα, Ἀποστόλων δόξα καὶ Μαρτύρων καύχημα, καὶ πάντων τῶν γηγενῶν ἡ ἀνακαίνισις, Παρθένε Μήτηρ Θεοῦ».
.        Ἡ ὅλη ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς εἶναι φυσικὸ νὰ προβάλλει τὴν ἁγιότητα τῆς Παναγίας – ἁγιότητα ὑπὲρ τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ, ἀφοῦ ἦταν «ἐκλελεγμένη…ὑπὲρ ἅπασαν τὴν κτίσιν, τὴν ὁρατὴν καὶ τὴν νοουμένην» – ἀλλὰ ἐπικεντρώνει ἰδιαιτέρως στὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τῆς εἰς τὸν Ναὸν Εἰσόδου της. Ἡ γενικὴ ἐκτίμηση εἶναι ὅτι ἡ Παναγία εἰσέρχεται τριετὴς στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἤδη ὑπάρχουσα ἡ ἴδια Ἁγία τῶν Ἁγίων. «Ἁγία τῶν Ἁγίων ὑπάρχουσα, σεμνή, ἐν Ναῷ ἠγάπησας ἁγίῳ κατοικεῖν». Εἶναι μάλιστα σπουδαίας ἔμπνευσης οἱ στίχοι τοῦ ὑμνογράφου, ποὺ διακηρύσσουν τὴν ὡριμότητα τῆς μικρῆς Παναγίας: «Ἡ τριετίζουσα τῷ σώματι καὶ πολυετὴς ἐν τῷ πνεύματι»·  «νηπιάζουσα σαρκὶ καὶ τελεία τῇ ψυχῇ». Καὶ δὲν πρέπει νὰ μᾶς παραξενεύει τοῦτο: «ὅπου γὰρ βούλεται Θεὸς νικᾶται φύσεως τάξις». Φαντάζει παράλογο, ἐκείνη ποὺ εἶχε ἐπιλεγεῖ γιὰ τὸ σημαντικότερο ἔργο στὴν ἀνθρωπότητα: νὰ γίνει μητέρα τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου, νὰ μὴν ἔχει τὴν χάρη τῆς ὡριμότητας ἤδη ἀπὸ νηπιακὴ ἡλικία. Μόνον ἕνας ποὺ προσεγγίζει τὰ τῆς πίστεως μὲ κριτήριο τὴν ξερὴ  λογική του, θὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυριστεῖ κάτι τέτοιο. Ἀλλὰ μία τέτοια προσέγγιση ἀπέχει ἕνα βῆμα ἀπὸ τὴν αἵρεση, μᾶλλον συνιστᾶ ἤδη αἵρεση:  στάση μας πέναντι στν Παναγία φανερώνει τὴν στάση μας καὶ ναντι το ΧριστοΤὸ δόγμα, γιὰ παράδειγμα, ὅτι ἡ Παναγία μας εἶναι «Θεοτόκος», ἀποτελεῖ συνέπεια τῆς πίστεως περὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡς Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Καὶ τὸ ἀντίστροφο.
.        Μὲ τὴν ἐν τῷ Ναῷ εἴσοδο τῆς Παναγίας, σκοπὸς τῆς ὁποίας εἶναι ἡ προετοιμασία της, γιὰ νὰ γίνει Μητέρα τοῦ Θεοῦ («ἑτοιμάζου γενέσθαι τοῦ Ἰησοῦ οἰκητήριον»),  κατανοεῖ κανεὶς κι αὐτὸ ποὺ ἐπισημαίνουν οἱ ὑμνογράφοι ὡς συνέπεια: τὴν κατάργηση τῆς σκιᾶς τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, διότι ἔρχεται διὰ τῆς Παναγίας ἡ ἀλήθεια, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός. «Ὁ τοῦ γράμματος παρέδραμε, ἐξέλιπε νόμος καθάπερ σκιά».   Εἶναι πολὺ ὡραῖο τὸ τροπάριο ποὺ λέει ὅτι ἡ θυγατέρα τοῦ Θεοῦ, ὅπως τὴν χαρακτηρίζει ὁ Δαυίδ,  γίνεται μὲ τὸ θέλημα Ἐκείνου μητέρα Του. «Δαυὶδ ὁ προπάτωρ σε ὕμνησε πάλαι, Παρθένε Θεόνυμφε, θυγατέρα λέγων σε τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ· ὃν καὶ τεκοῦσα μητρικῶς βρέφος ἐθήλασας». (Ὁ προπάτορας Δαυὶδ σὲ ὕμνησε ἀπὸ παλιά, Παρθένε θεονυμφε, καλώντας σὲ θυγατέρα τοῦ βασιλιᾶ Χριστοῦ. Αὐτὸν καὶ Τὸν γέννησες καὶ Τὸν θήλασες μητρικὰ ὡς βρέφος).  Κι εἶναι ἐξ ἴσου πανέμορφος ὁ στίχος τοῦ συναξαρίου, ποὺ διαπιστώνει τὴν διακονία σ’ αὐτὸ τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ: αὐτὸς ποὺ τὴν ἔτρεφε στὸν Ναό, ὁ ἴδιος σὲ λίγο θὰ τὴν χαιρετίσει, μεταφέροντάς της τὸ εὐαγγέλιο: θὰ γίνει μητέρα Θεοῦ. «Ἔνδον τρέφει σε Γαβριὴλ ναοῦ, Κόρη, ἥξει δὲ μικρὸν καὶ τὸ Χαῖρε σοι λέξων».
.        Ἡ διατροφή της ἀπὸ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριὴλ μέσα στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων δὲν εἶναι, κατὰ τὸν ὑμνογράφο, χωρὶς συμβολισμό. Παραπέμπει σὲ Ἐκεῖνον ποὺ θὰ φέρει σὲ λίγα χρόνια στὸν κόσμο καὶ ποὺ εἶναι ὁ ἀληθινὸς ἄρτος «ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς». «Ἐπουρανίῳ τραφεῖσα, Παρθένε, ἄρτῳ πιστῶς, ἐν τῷ Ναῷ Κυρίου, ἀπεκύησας κόσμῳ ζωῆς ἄρτον τὸν Λόγον». Καὶ βεβαίως δὲν εἶναι χωρὶς συμβολισμό, χωρὶς «ἀρχετυπικὴ» διάσταση, καὶ τὸ γεγονὸς αὐτό, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ ἐν τῷ Ναῷ ζωή της: ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή της, ἡ συνομιλία της μὲ ἀγγέλους, ἡ μελέτη τοῦ Νόμου καὶ τῶν Προφητῶν, ἡ ἐν τῷ Ναῷ ἐκεῖ διακονία της. Πράγματα δηλαδὴ ποὺ συνιστοῦν μία «ἡσυχαστικὴ» ζωή, μὲ ἄλλα λόγια ἡ Παναγία δικαίως θεωρεῖται τὸ πρότυπο ὅλων τῶν μεγάλων Ἡσυχαστῶν καὶ πραγματικῶν θεολόγων  τῆς Ἐκκλησίας μας.
.        Ὁ πλοῦτος τῆς ὑμνολογίας τῆς Θεομητορικῆς αὐτῆς ἑορτῆς θὰ μᾶς πήγαινε σὲ μεγάλο μάκρος. Διότι ὑπάρχουν ἐξαίσιοι ὕμνοι ὄχι μόνον γιὰ τὴν ἔνδον τοῦ Ναοῦ ζωὴ τῆς Παναγίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν μετὰ λαμπάδων πορεία της μέχρι τὸν Ναό, πορεία «μετὰ Παρθένων καὶ Μητέρων», ἀφοῦ ἐκείνη ὑπῆρξε καὶ τὰ δύο, ὅπως καὶ γιὰ ὅ,τι διαμείφθηκε ὡς διάλογος στὴν πύλη τοῦ Ναοῦ μεταξὺ τῶν γονέων της καὶ τοῦ ἱερέα Ζαχαρία. Παραλείποντας ὅλα αὐτά, ἁπλῶς θὰ φέρουμε στὴν ἐπιφάνεια ἕναν στίχο, ποὺ νομίζουμε ὅτι αὐτὸς καὶ μόνο δείχνει τὴν σημασία ὅλου αὐτοῦ τοῦ τεραστίου πνευματικοῦ μεγέθους ποὺ ἀκούει στὸ ὄνομα «Παναγία». Πρόκειται γιὰ τὴν ἐκτίμηση τοῦ ἱερέα Ζαχαρία, καθὼς βλέπει νὰ προσάγεται στὸν Ναὸ ἡ μικρὴ Μαριάμ. Ὁ Ζαχαρίας λοιπὸν «βοᾷ γηθοσύνως: ἤγγικεν ἡ προσδοκία τῶν θλιβομένων». Ἡ Παναγία συνιστᾶ ἐκείνη ποὺ μᾶς λυτρώνει ἀπὸ τὴν θλίψη. Δεδομένου μάλιστα ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς ποὺ νὰ μὴ βιώνει τὴν θλίψη, ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς πτώσεώς του στὴν ἁμαρτία, ἡ Παναγία εἶναι τὸ πολυτιμότερο ἀγαθὸ ποὺ ἔχουμε, Ἐκείνη ποὺ θὰ ἔλεγε κανεὶς εἶναι «ὁ θησαυρὸς τῆς Πανδώρας». Ἡ ἐλπίδα. Κι αὐτὸ γιατί δι’ αὐτῆς ἦλθε στὸν κόσμο «ἡ Χαρὰ τοῦ κόσμου», ὁ Χριστός. Καὶ μόνον αὐτὸ μᾶς φτάνει. Στὴν ὅποια θλίψη καὶ δυσκολία μας ἡ ἐνατένιση πρὸς Ἐκείνην ἤδη ἔχει ξεκινήσει καὶ τὴ λύση καὶ τὸν ἐρχομὸ τῆς χαρᾶς. Λοιπὸν «χαίρετε λαοὶ καὶ ἀγαλλιᾶσθε».

 ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ

«ΜΗ ΞΑΝΑΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΙΣ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ» (τῆς Παναγίας τῆς Βρεφοκρατούσας)


web statistics


.           Ὑπῆρχε κάποιος ἀσκητής, ἀφηγεῖται ὁ Ἀββὰς Αἰλιώτης, ἔγκλειστος ποὺ δοκιμαζόταν χρόνια πολλὰ ἀπὸ τὸ δαιμόνιο τῆς πορνείας. Κάποτε ὁ Γέροντας εἶπε στὸν διάβολο: «Γιατί μὲ πολεμᾶς μὲ τόσο μίσος; Φύγε ἀπὸ δῶ, ἄφησέ με ἥσυχο, γέρασες πιὰ μαζί μου».

.           Τότε τὸ δαιμόνιο τοῦ εἶπε: «Ὁρκίσου μου ὅτι δὲν θὰ πεῖς πουθενὰ αὐτὸ ποὺ θὰ σοῦ πῶ καὶ δὲν θὰ σὲ ξαναπολεμήσω». Ὁ Γέροντας ὁρκίστηκε.

.           Τότε ὁ δαίμονας τοῦ λέει: «Μὴ ξαναπροσκυνήσεις αὐτὴ τὴν εἰκόνα, -καὶ ἔδειχνε μὲ τὸ χέρι του τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βρεφοκρατούσας- καὶ δὲν θὰ σὲ πολεμήσω ποτὲ πιά, σ’ ὅλη σου τὴν ζωή».

.           Τὴν ἑπομένη ἡμέρα ὁ ἀσκητὴς κάλεσε τὸν Ἀββᾶ Θεόδωρο τὸν Αἰλιώτη καὶ τοῦ εἶπε τί ἔγινε.

.           Τότε ὁ Ἀββὰς τοῦ εἶπε: «Καλὰ ἔκανες ποὺ ἦλθες καὶ ἐξομολογήθηκες. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι γιὰ σένα εἶναι προτιμότερο νὰ κάνεις τὸν γύρο ὅλων τῶν πορνείων τῆς πόλεως καὶ νὰ μὴ ἀφήσεις οὔτε ἕνα ποὺ νὰ μὴν μπεῖς, παρὰ νὰ ἀρνηθεῖς νὰ προσκυνᾶς τὸν Κύριο καὶ Θεό μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία Μητέρα Του».

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Τα Εισόδια της Θεοτόκου στην Αγία Γραφή (Θ. Ι. Ρηγινιώτης)


web statistics


H εικονογραφία των Εισοδίων της Θεοτόκου
 στην Μονή της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη.

Επιμέλεια: Θ. Ι. Ρηγινιώτης
Είναι γνωστό πως η Καινή Διαθήκη παρέχει ελάχιστες πληροφορίες για τη ζωή της Παναγίας. Αυτό γίνεται αιτία να την υποτιμούν οι προτεστάντες όλων των αποχρώσεων, που θεωρούν ότι ο χριστιανισμός πρέπει να περιορίζεται σε ό,τι αναφέρεται μέσα στην Αγία Γραφή.

Βέβαια στην Αγία Γραφή υπάρχουν αρκετές αναφορές στη δόξα που έλαβε η Παναγία από το Θεό (π.χ. Λουκ. 1, 28 και 41-55) και στη δυνατότητά της να παρέμβει προς το Χριστό υπέρ των ανθρώπων (Ιω 2, 3-7). Όμως υπάρχουν κι άλλες πληροφορίες, που προκύπτουν από τις προφητείες και τις προτυπώσεις της Παλαιάς Διαθήκης, που αναφέρονται στη Θεοτόκο (δείτε αρκετά στοιχεία και εδώ: http://o-nekros.blogspot.gr/2012/08/blog-post_9.html).

Τα βιογραφικά στοιχεία της Παναγίας, που σχετίζονται με τη γέννηση και την παιδική 
ηλικία της, καθώς και με την κοίμησή της, είναι καταγεγραμμένα σε αρχαία βιβλία, που κινήθηκαν παράλληλα με την Καινή Διαθήκη, χωρίς να γίνουν ποτέ μέρος της. Τέτοια βιβλία υπήρξαν αρκετά, που κατέγραψαν πληροφορίες για το Χριστό, την Παναγία και άλλα πρόσωπα (π.χ. αποστόλους), επιθυμώντας να συμπληρώσουν τις αντίστοιχες πληροφορίες που βρίσκονται στην Καινή Διαθήκη. Σήμερα, αυτά τα βιβλία τα συμπεριλαμβάνουμε στα «απόκρυφα κείμενα», αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν απόκρυφα. «Απόκρυφα» ήταν τα ευαγγέλια και τα λοιπά βιβλία της θρησκείας του Γνωστικισμού (που οι γνωστικοί τα κρατούσαν κρυφά από τους αμύητους). Τα αρχαία ορθόδοξα βιβλία που διάβαζαν οι χριστιανοί και που ποτέ δεν ήταν κρυμμένα ή απαγορευμένα, σήμερα ονομάζονται κι αυτά «απόκρυφα» μόνο για φιλολογικούς λόγους, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι απόκρυφα, αλλά ψευδώνυμα ή ανώνυμα έργα. Πολλά απ’ αυτά αποδίδονται σε αποστόλους, ενώ δεν είναι δικά τους έργα, αλλά έργα ανωνύμων (και αυτός είναι κι ο λόγος που δεν μπήκαν στην Καινή Διαθήκη, στην οποία μπήκαν μόνο τα διασωθέντα κείμενα των μαθητών του Χριστού*).


Το περιεχόμενο κάποιων από τα βιβλία αυτά (π.χ. του «κατά Θωμάν ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Χριστού») η Εκκλησία το απέρριψε ως φανταστικό. Όμως σε άλλες περιπτώσεις ήδη οι αρχαίοι χριστιανοί αναγνώρισαν αληθινές πληροφορίες, που προέρχονται από την ιστορική μνήμη της πρώτης χριστιανικής κοινότητας. Τέτοια είναι τα βιβλία που μιλάνε για την παιδική ηλικία της Παναγίας (κυριότερο το «Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου») και την κοίμησή της («Διήγησις του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου περί της κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου»). Το «Πρωτευαγγέλιο» ανάγεται στο 2ο αιώνα, με πιθανό χαμένο πρωτότυπο του τέλους του 1ου αιώνα, ενώ το 2ο είναι κάπως μεταγενέστερο, ίσως και του 5ου αιώνα, αναγνωρίστηκε όμως ως αρχαία παράδοση (η ύπαρξη της εσθήτας, του χιτώνα και της ζώνης της Παναγίας, και φυσικά του κενού τάφου της, αποτελούν τεκμήρια της ιστορικότητάς του – άσχετα από το αν θα τα αμφισβητήσει ένας προτεστάντης, λόγω των πεποιθήσεών του και όχι μετά από έρευνα).
Ο Ψαλμός 44
Όμως τα Εισόδια της Θεοτόκου, δηλαδή η είσοδός της στο Ναό των Ιεροσολύμων σε ηλικία τριών ετών και η ανάθεση της ανατροφής της στον άγιο ιερέα και προφήτη Ζαχαρία (αργότερα πατέρα του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου) φαίνεται να προεικονίζονται στην Παλαιά Διαθήκη, και συγκεκριμένα στον Ψαλμό 44 (στο εβραϊκό κείμενο έχει αριθμό 45). Είναι ο ψαλμός που περιέχει τους περίφημους στίχους «ο θρόνος σου, ο Θεός, εις τον αιώνα του αιώνος, ράβδος ευθύτητος η ράβδος της βασιλείας σου. ηγάπησας δικαιοσύνην και εμίσησας ανομίαν· δια τούτο έχρισέ σε, ο Θεός, ο Θεός σου έλαιον αγαλλιάσεως παρά τους μετόχους σου», τους οποίος ο απόστολος Παύλος παραθέτει ως αναφορά στη θεότητα του Χριστού (προς Εβραίους, 1, 8-9).

Παρακάτω, στο στίχο 10, συνεχίζοντας να αναφέρεται στο Χριστό, λέει: «θυγατέρας βασιλέων εν τη τιμή σου· παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου εν ιματισμω διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη».

Κατόπιν, από το στίχο 11, αλλάζει απότομα και απευθύνεται τώρα σε κάποια «θυγατέρα» (κορίτσι), που ασφαλώς πρέπει να θεωρήσουμε ότι ταυτίζεται με τη «βασίλισσα» του αμέσως προηγούμενου στίχου. Και της λέει:
«άκουσον, θύγατερ, και ίδε και κλίνον το ους σου και επιλάθου του λαού σου και του οίκου του πατρός σου· και επιθυμήσει ο βασιλεύς του κάλλους σου, ότι αυτός εστι Κύριός σου, και προσκυνήσεις αυτω. και θυγάτηρ Τύρου εν δώροις· το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού».

Τέλος, σε τρίτο πρόσωπο, καταλήγει: «πάσα η δόξα της θυγατρός του βασιλέως έσωθεν, εν κροσσωτοίς χρυσοίς περιβεβλημένη, πεποικιλμένη. απενεχθήσονται τω βασιλεί παρθένοι οπίσω αυτής, αι πλησίον αυτής απενεχθήσονταί σοι· απενεχθήσονται εν ευφροσύνη και αγαλλιάσει, αχθήσονται εις ναόν βασιλέως». Ο ψαλμός κλείνει με τους στίχους 17-18, που απευθύνονται πάλι στο Χριστό και λένε: «αντί των πατέρων σου εγενήθησαν υιοί σου· καταστήσεις αυτούς άρχοντας επί πάσαν την γην. μνησθήσομαι του ονόματός σου εν πάση γενεά και γενεά· δια τούτο λαοί εξομολογήσονταί σοι εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος».

Το θεομητορικό περιεχόμενο του Ψαλμού
Κάποιοι Πατέρες της Εκκλησίας, π.χ. ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερμήνευσαν τον Ψαλμό ως αναφερόμενο μεταφορικά στην Εκκλησία (δηλ. στο πανανθρώπινο σώμα του Χριστού), η οποία εγκαταλείπει την ειδωλολατρία, προσέρχεται προς το Χριστό και αναδεικνύεται σε βασίλισσα εκ δεξιών του. Ωστόσο, η ερμηνεία ενός βιβλικού χωρίου μπορεί να κινείται σε πολλά επίπεδα, και η λειτουργική πράξη της Εκκλησίας είδε στον Ψαλμό αυτό μια ευθεία αναφορά στη Θεοτόκο, γι’ αυτό και στις ακολουθίες που τελούνται προς τιμήν της ψάλλονται στίχοι από αυτόν. Επίσης, η εικονογράφηση των Εισοδίων της Θεοτόκου συμπίπτει με το περιεχόμενο του Ψαλμού και είναι φανερό ότι το ίδιο συμβαίνει και με τη διήγηση του γεγονότος στο «Πρωτευαγγέλιο»:
«Και εγένετο τριετής η παις, και είπεν Ιωακείμ· Καλέσατε τας θυγατέρας των Εβραίων τας αμιάντους και λαβέτωσαν ανά λαμπάδα, και έστωσαν καιόμεναι, ίνα μη στραφή η παις εις τα οπίσω και αιχμαλωτισθή η καρδία αυτής εκ του ναού Κυρίου. Και εποίησαν ούτως έως ανέβησαν εν τω ναώ Κυρίου. Και εδέξατο αυτήν ο ιερεύς, και φιλήσας ευλόγησεν αυτήν και είπεν· Εμεγάλυνεν Κύριος το όνομά σου εν πάσαις ταις γενεαίς· επί σοι επ’ εσχάτου των ημερών φανερώσει Κύριος το λύτρον αυτού τοις υιοίς Ισραήλ. Και εκάθησεν αυτήν επί τρίτου βαθμού του θυσιαστηρίου, και επέβαλεν Κύριος ο Θεός χάριν επ’ αυτήν, και κατεχόρευσεν τοις ποσίν αυτής και ηγάπησεν αυτήν πας οίκος Ισραήλ… Ην δε Μαρία εν τω ναώ Κυρίου ως περιστερά νεμομένη και ελάμβανε τροφήν εκ χειρός αγγέλου».

Τα Εισόδια της Θεοτόκου στην Αγία Γραφή (Θ. Ι. Ρηγινιώτης)
Σε απλά νέα ελληνικά, ας επισημάνουμε τα εξής:
Το κορίτσι, που συγχρόνως είναι και βασίλισσα, δε μπορεί να είναι παρά η Θεοτόκος, όπως φανερώνει η πείρα των αιώνων, με τις εκπληκτικές εμφανίσεις της ως βασίλισσας των ουρανών στους αγίους και σε πολλούς απλούς ανθρώπους, χριστιανούς και μη. Η βασίλισσα αυτή παρέστη εκ δεξιών του βασιλέως και Υιού της κατά την κοίμηση και μετάστασή της στους ουρανούς. Ο στίχος αυτός λοιπόν, που έκλεισε μια ενότητα αναφερόμενη στη βασιλική εξουσία του Χριστού, είναι και μια βιβλική προεικόνιση της μετάστασης (ανάληψης) της Θεοτόκου και της τιμητικής θέσης της στη βασιλεία του Θεού.

Ο Ψαλμός αναφέρει ότι η «θυγάτηρ» πρέπει «να ξεχάσει το λαό της και το σπίτι του πατέρα της, γιατί ο βασιλιάς θα επιθυμήσει την ομορφιά της» («επιλάθου του λαού σου και του οίκου του πατρός σου· και επιθυμήσει ο βασιλεύς του κάλλους σου»). Έτσι, γίνεται θυγατέρα του βασιλέως («πάσα η δόξα της θυγατρός του βασιλέως έσωθεν»), γι’ αυτό και προφανώς θα μένει πλέον στο σπίτι του βασιλέως, δηλαδή στο ναό («εις ναόν βασιλέως», εκεί θα πάει με τις συνοδούς της, και θα παραμείνει, αφού έχει ξεχάσει το λαό της –δηλαδή τους ανθρώπους της πόλης της– και το σπίτι του πατέρα της και είναι πλέον θυγατέρα του βασιλέως).

Ο Ψαλμός επίσης αναφέρει ότι θα τη συνοδεύσουν παρθένες και όλες μαζί θα έρθουν στο ναό του βασιλέως («απενεχθήσονται τω βασιλεί παρθένοι οπίσω αυτής… απενεχθήσονται εν ευφροσύνη και αγαλλιάσει, αχθήσονται εις ναόν βασιλέως»). Αυτό ακριβώς περιγράφει και η διήγηση των Εισοδίων και απεικονίζει η εικόνα τους: «Καλέσατε τας θυγατέρας των Εβραίων τας αμιάντους και λαβέτωσαν ανά λαμπάδα, και έστωσαν καιόμεναι, ίνα μη στραφή η παις εις τα οπίσω και αιχμαλωτισθή η καρδία αυτής εκ του ναού Κυρίου… Και εποίησαν ούτως».
Βιβλική προεικόνιση της αειπαρθενίας της Θεοτόκου
Με την ευκαιρία, ας αναφέρουμε και μια σημαντική προφητεία, που υποστηρίζει ότι η Παναγία δεν ήταν παρθένος μόνο όταν γέννησε το Χριστό, αλλά και μετά τη γέννησή Του. Η προφητεία αυτή στηρίζει τη σχετική διδασκαλία της Ορθοδοξίας, αποδεικνύοντας ότι δεν είναι αυθαίρετη, ούτε και προέρχεται από τη φαντασία κάποιων θρησκόληπτων που ήθελαν να εξιδανικεύσουν τη Θεοτόκο.

Πρόκειται για την προφητεία του Ιεζεκιήλ, από το κεφάλαιο 44 (συμπτωματικά έχει τον ίδιο αριθμό με τον Ψαλμό), στίχ. 1-2. Εκεί ο Θεός παρουσιάζει στον προφήτη το όραμα ενός ναού, που περιέχει διάφορους συμβολισμούς. Και λέει:
«Και με γύρισε προς το δρόμο της εξωτερικής πύλης των αγίων, που βλέπει προς την ανατολή. Και ήταν κλειστή. Και μου είπε ο Κύριος: αυτή η πύλη θα είναι κλειστή, δε θα ανοίξει και κανείς δε θα περάσει απ’ αυτήν, γιατί ο Κύριος ο Θεός του Ισραήλ θα μπει απ’ αυτήν και θα είναι κλειστή».

Στο αρχαίο: «Και επέστρεψέ με κατά την οδόν της πύλης των αγίων της εξωτέρας της βλεπούσης κατά ανατολάς, και αύτη ην κεκλεισμένη. και είπε Κύριος προς με· η πύλη αύτη κεκλεισμένη έσται, ουκ ανοιχθήσεται, και ουδείς μη διέλθη δι' αυτής, ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ εισελεύσεται δι' αυτής, και έσται κεκλεισμένη».

Η πύλη των αγίων λοιπόν, που «βλέπει προς την ανατολή» (επειδή ο Χριστός είναι «ο Ήλιος της Δικαιοσύνης» - γι’ αυτό και τα ιερά των ναών μας βλέπουν προς την ανατολή και συνήθως κάνουμε την προσευχή μας συμβολικά στραμμένοι προς τα εκεί), είναι και θα παραμείνει κλειστή, γιατί μόνο ο Θεός θα περάσει από εκεί. Και, αφού περάσει ο Θεός, θα παραμείνει κλειστή και κανείς άλλος δε θα περάσει.
Υπάρχει μία πύλη, από την οποία πέρασε ο Κύριος και Θεός και η πύλη αυτή παρέμεινε κλειστή: η Θεοτόκος.

Ας αναφέρουμε εδώ ότι, στις ορθόδοξες εκκλησίες, η Ωραία Πύλη συμβολίζει την Παναγία, ενώ ο ιερέας, κατά την ώρα της λειτουργίας, συμβολίζει το Χριστό. Όλα όσα συμβαίνουν στη λειτουργία συμβολίζουν γεγονότα από τη ζωή και το έργο του Χριστού, όπως και από τη μελλοντική βασιλεία του Θεού. Γι’ αυτό μόνο ο ιερέας μπορεί να μπει από την Ωραία Πύλη (και μόνο φορώντας την ιερατική του στολή), όπως μόνο ο Χριστός πέρασε και γεννήθηκε από την Παναγία.
Τα Εισόδια της Θεοτόκου στην Αγία Γραφή (Θ. Ι. Ρηγινιώτης)

* Ο Λουκάς και ο Μάρκος πιθανόν ήταν άμεσοι μαθητές του Χριστού: ο Λουκάς ένας από τους δύο που Τον συνάντησαν πηγαίνοντας προς Εμμαούς (Λουκ. 24, 13-35), ενώ ο Μάρκος ο νεανίας ο ντυμένος με το σεντόνι, που είχε ακολουθήσει κρυφά τον Ιησού από το μυστικό δείπνο στη Γεθσημανή (Μάρκ. 14, 51-52). Ο μυστικός δείπνος, όπως και η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος την πεντηκοστή, πιθανόν είχαν συμβεί στο σπίτι της μητέρας του Μάρκου, για την οποία βλ. στις Πράξεις των αποστόλων, 12, 12.
Ακόμη όμως κι αν οι δύο αυτοί ευαγγελιστές δεν ήταν άμεσοι μαθητές του Χριστού, αλλά μαθητές των αποστόλων, τα έργα τους περιελήφθησαν στην Καινή Διαθήκη, γιατί απηχούν δύο μεγάλες αποστολικές παραδόσεις, του Πέτρου και του Παύλου. Ο Μάρκος γράφει το ευαγγέλιό του ως «ερμηνευτής Πέτρου», ο δε Λουκάς απηχεί την παράδοση του Παύλου, του οποίου ήταν στενός συνεργάτης, πέρα από τα προσωπικά στοιχεία που εντάσσει κατόπιν δικής του έρευνας.

Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης
Θεολόγος 
http://exprotestant.blogspot.gr/2012/11/blog-post_8750.html

Τα εισόδια της Θεοτόκου και το αδύνατον της "Χειροτονίας -Ιεροσύνης των Γυναικών"


web statistics


Πρωτοπρεσβ. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Πειραιώς
Εν Πειραιεί  9-11-2012 
Η είσοδος της Κυρίας Θεοτόκου στό νομικό ναό προξενεί στούς Ορθοδόξους Χριστιανούς εορτή θαυμασία καί παγκόσμια, επειδή αυτή έγινε μέ παράδοξο τρόπο καί είναι ένα προοίμιο του μεγίστου καί φρικτού μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου, τό οποίο διά μέσου της Θεοτόκου επρόκειτο νά γίνει στόν κόσμο. Έλαβε δέ τήν αφορμή η εορτή των Εισοδίων από τήν εξής υπόθεση. Η παναοίδιμος αγία Άννα, επειδή όλη σχεδόν τή ζωή της πέρασε στείρα, χωρίς νά γεννήσει παιδί, παρακαλούσε τόν Δεσπότη της φύσεως μαζί μέ τόν άνδρα της, τόν άγιο Ιωακείμ, νά χαρίσει σ’αυτούς παιδί καί, αν επιτύγχαναν του ποθουμένου, ευθύς θά αφιέρωναν στόν Θεό τό παιδί, πού θά γεννούσαν. Καί, λοιπόν, γέννησε η αγία Άννα παραδόξως, εξ επαγγελίας καί μετά σπέρματος ανδρός, αυτήν πού έγινε πρόξενος της σωτηρίας του γένους των ανθρώπων, τήν καταλλαγή καί συμφιλίωση του Θεού μέ τούς ανθρώπους, τήν αιτία της αναπλάσεως, της εγέρσεως καί της θεώσεως του πεσόντος Αδάμ, δηλ. αυτή τήν Υπεραγία καί Δέσποινα Θεοτόκο Μαρία. Γι’αυτό, όταν αυτή έγινε τριών χρονών, τήν πήραν οι γονείς της καί, αφού συγκέντρωσαν τίς παρθένες της γειτονιάς, οι οποίες λαμπαδοφορώντας συνόδευαν τήν Παρθένο, τήν προσέφεραν κατά τήν σημερινή ημέρα στό ναό. Καί, εκπληρώνοντας τίς υποσχέσεις τους, αφιέρωσαν τήν κόρη τους στόν Θεό, πού τούς τήν χάρισε. Γι’αυτό τήν παραδίδουν στούς ιερείς καί μάλιστα στόν τότε αρχιερέα προφήτη Ζαχαρία, τόν πατέρα του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος άρχισε νά εγκωμιάζει τόσο τήν Παρθένο όσο καί τούς γονείς της, τόν Ιωακείμ καί τήν Άννα, η οποία, απευθυνομένη στόν προφήτη Ζαχαρία, του είπε˙ «Δέξου, Αρχιερεύ, τήν κόρη μου, μάλλον τήν κόρη του Θεού. Δέξου τήν καθαρά καί αμόλυντη καί υψηλοτέρα του ουρανού. Βάλ’την στό Ναό, επειδή αυτού πρέπει νά κατοικεί. Ναός Θεού είναι, σέ Ναό της ταιριάζει νά κατοικεί. Αγία είναι, σέ καθαρό τόπο βάλ’την. Στά χέρια του Θεού παράδωσέ την. Σέ τόπο άγιο πρόσθεσέ την, γιά ν’αγιάσει. Πάρε, Ζαχαρία, τήν κόρη μου καί αφιέρωσέ την στό Ναό, γιατί έτσι τάξαμε». Σάν άκουσε ο Ζαχαρίας ότι τήν είχαν ταμμένη στόν Θεό, τήν πήρε νά τήν πάει στό Βήμα. Εκεί μέσα ήταν η στάμνος του Μωϋσέως, πού κάποτε είχε τό μάννα, η ράβδος του Ααρών, τό χρυσό θυμιατήριο, οι πλάκες, πού ήταν γραμμένος ο νόμος. Μόλις μπήκε η Παναγία, έπεσαν όλα καί τήν προσκύνησαν. Αφού, λοιπόν, ο Ζαχαρίας τήν παρέλαβε, τήν έβαλε στό ενδότατο του ναού, όπου έμπαινε μόνος του ο αρχιερεύς μία φορά τόν χρόνο. Καί αυτό τό έκανε κατά βούλησιν Θεού, ο οποίος επρόκειτο σέ λίγο νά γεννηθεί από αυτή, γιά τήν διόρθωση καί σωτηρία του κόσμου.
Μερικοί υποστήριξαν λανθασμένως ότι στό ναό υπήρχε χωρισμένος τόπος, όπου έμεναν μόνο οι παρθένες, καί μαζί μ’αυτές έμενε καί η Θεοτόκος. Οι μέν άλλες παρθένες έβγαιναν μετά τήν απόλυση καί πήγαιναν στά σπίτια τους, μόνο δέ η Θεοτόκος προσκαρτερούσε στό ναό. Η άποψη αυτή είναι εσφαλμένη, διότι η Θεοτόκος εισήλθε όχι στόν οίκο των παρθένων, αλλά σ’αυτά τά άγια των αγίων καί εκεί έμεινε τρεφομένη από τόν άγγελο. Καί αν αυτό φαίνεται άτοπο, τό νά εισέλθει δηλ. γυναίκα στό ενδότατο του ναού, αυτό τό φαινομενικά άτοπο τό διόρθωσε ο Ζαχαρίας, λέγοντας στό λαό ότι ο Θεός δείχνει στό Λογείο, πού ήταν κρεμασμένο μπροστά του, ότι θέλει νά μπει η Παρθένος μέσα σ’αυτά τά άγια των αγίων καί έτσι έπεισε τόν λαό νά δεχθεί νά βάλει τήν Παρθένο εκεί. Αφού, όμως, η Κυρία Θεοτόκος γέννησε τόν Κύριο, ο Ζαχαρίας τήν συναρίθμησε μέ τίς παρθένες, πού προσκαρτερούσαν στό ναό, επειδή ήταν Παρθένος καί μετά τόκον, γι’αυτό καί φονεύθηκε.
Εκεί, λοιπόν, η Παρθένος διέμεινε δώδεκα χρόνια, τρεφομένη μέν ξενοπρεπώς από τόν Αρχάγγελο Γαβριήλ μέ ουράνια τροφή, αξιουμένη δέ της εμφανείας του Θεού καί της ομιλίας μέ τούς Αγγέλους, έως ότου πλησίασε ο καιρός του θείου Ευαγγελισμού καί των ουρανίων καί υπερφυσικών εκείνων μηνυμάτων, τά οποία εμήνυαν ότι ο Θεός ευδόκησε νά σαρκωθεί απ’αυτή φιλανθρώπως, γιά ν’αναπλάσει τόν κόσμο, πού είχε φθαρεί από τήν αμαρτία. Τότε η Θεοτόκος, αφού εξήλθε από τά άγια των αγίων, παραδόθηκε στόν μνήστορα άγιο Ιωσήφ, γιά νά υπάρξει εκείνος φύλακας καί μάρτυς της παρθενίας της καί γιά νά υπηρετήσει καί στόν άσπορο τόκο της καί στή φυγή στήν Αίγυπτο καί στήν επάνοδο στή γη του Ισραήλ[1].
Θα θέλαμε να κάνουμε ένα μικρό σχόλιο σχετικά με αυτή την ξενοπρεπή, ουράνια τροφή της Θεοτόκου από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ. Στην περίπτωση αυτή έχουμε πρακτική εφαρμογή του λόγου του Κυρίου : «ουκ επ’άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ εν παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού»[2], δηλ. ο άνθρωπος δεν θα ζει με άρτο μόνο, αλλά και με κάθε λόγο, που βγαίνει από το στόμα του Θεού. Εδώ διαφαίνεται η σχέση σωματικής και πνευματικής τροφής. Και οι δύο είναι απαραίτητες και αναγκαίες, για να τραφεί το σώμα και η ψυχή. Την ανωτερότητα, όμως, και την υπεροχή στην ιεράρχηση κατέχει η πνευματική τροφή. Όταν δε ο Θεός πει, ο άνθρωπος ζει και χωρίς σωματική τροφή, όπως αυτό συνέβη και συμβαίνει στη ζωή αγίων ασκητών. Αυτό θα μπορούσε να είναι και μία απάντηση, μία λύση διεξόδου, μπροστά στην παγκόσμια οικονομική κρίση, που μαστίζει τον κόσμο, η οποία ουσιαστικά είναι κρίση βαθύτατα πνευματική και ηθική, που εδράζεται στην απιστία, την αθεΐα, την αποστασία από το θέλημα του Αγίου Τριαδικού Θεού και την αμετανοησία, μέσα στα πλαίσια της οποίας πάρα πολλοί συνάνθρωποί μας στερούνται ακόμη και τα προς το ζην και της σωματικής τροφής. Ότι δηλ. οφείλουμε να επικεντρώσουμε την προσοχή μας και την φροντίδα μας περισσότερο στην πνευματική τροφή της ψυχής. Αν κάποιος είναι τακτοποιημένος κατά το δυνατόν ως προς τα πνευματικά με την ακρόαση, μελέτη και εφαρμογή του θείου λόγου, του θείου θελήματος, με μυστηριακή ζωή δηλ. με συχνή και αδιάλειπτη προσευχή, μετάνοια, εξομολόγηση, εκκλησιασμό και θεία Κοινωνία, τότε δεν έχει να φοβάται σε τίποτε την έλλειψη της σωματικής τροφής. Γιατί η έλλειψη της πνευματικής τροφής, ο πνευματικός λιμός είναι ασυγκρίτως χειρότερος από την έλλειψη της σωματικής τροφής, του σωματικού λιμού. Και ο ίδιος ο Κύριος λέει : «Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι. Φοβήθητε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα απολέσαι εν γεέννη»[3]. Δηλ.  μη φοβηθείτε από τους διώκτες, οι οποίοι θανατώνουν το σώμα, δεν έχουν όμως την δύναμη να θανατώσουν την ψυχή. Αλλά, να φοβηθείτε περισσότερο τον Θεό, ο οποίος μπορεί να καταδικάσει στην απώλεια της κολάσεως και την ψυχή και το σώμα. Αλλά και στην περίπτωση του σωματικού λιμού, της ελλείψεως της σωματικής τροφής, και πάλι ο Χριστός έχει δώσει την λύση στο ερώτημα-απορία πώς θα τρεφόμαστε με θαυματουργικές επεμβάσεις. Στην Π.Δ. έδωσε το μάννα στον Ισραηλιτικό λαό στην Αίγυπτο. Στον προφήτη Ηλία έστειλε το κοράκι, που του μετέφερε κρέας. Στα εισόδια της Θεοτόκου έστειλε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, ο οποίος έτρεφε την Παναγία με ουράνια τροφή. Αλλά και στην Κ.Δ. ο ίδιος Χριστός επετέλεσε το θαύμα πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων. Τα πάντα μπορεί να καταφέρει ο Θεός, φτάνει εμείς να καταφάσκουμε συνεχώς, να συνεργαζόμαστε, να έχουμε απόλυτη πίστη στην θεία πρόνοιά Του.
Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρεται στήν Παναγία ως ησυχάστρια, στηριζόμενος στόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά, σύμφωνα μέ τόν οποίο όλα τά δώδεκα χρόνια, πού πέρασε η Παναγία μέσα στό ναό, από τά Εισόδια μέχρι τόν Ευαγγελισμό, έζησε ησυχαστική καί ασκητική ζωή, ως η πρώτη ησυχάστρια καί ασκήτρια. Ήταν τόσο πολύ αφιερωμένη στό έργο της προσευχής, ώστε βαθούλωσαν τά μάρμαρα του ναού από τίς πολλές γονυκλισίες, πού έκανε.
Επίσης, κατά τόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά, η Θεοτόκος, βρισκομένη δώδεκα χρόνια στά άγια των αγίων, άκουγε τίς θείες Γραφές, δηλ. τήν Π.Δ., πού διαβάζονταν στό ναό κατά τίς ακολουθίες καί από εκείνες έμαθε τήν παράβαση καί τό ολίσθημα των Προπατόρων καί τίς προφητείες περί του εαυτού της καί του Υιού της[4].
Όπως όλες οι Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές έχουν αντίκτυπο και προσφέρουν πολλά διδάγματα εις πνευματικήν ωφέλειαν ημών των Χριστιανών, έτσι και η Θεομητορική εορτή των Εισοδίων. Οι άγιοι Πατέρες κάνουν λόγο για τρία είδη εισόδου του ανθρώπου. Το πρώτο είδος εισόδου είναι η είσοδος του ανθρώπου στην επίγεια ζωή με την φυσική, βιολογική του γέννηση. Αυτή η είσοδος λέγεται νυκτερινή είσοδος, διότι ο άνθρωπος γεννιέται μέσα στην αμαρτία. Ο προφητάναξ Δαβίδ, αναφερόμενος σ’αυτή τη είσοδο, λέει χαρακτηριστικά στον Ν΄ (50ό) ψαλμό: «Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου». Το δεύτερο είδος εισόδου είναι η είσοδος του ανθρώπου στην Ορθόδοξη Εκκλησία και την πνευματική ζωή με την διά του αγίου Βαπτίσματος γέννηση. Η είσοδος αυτή λέγεται φώτισμα. Τέλος, το τρίτο είδος εισόδου είναι η είσοδος του ανθρώπου στα πραγματικά Άγια των Αγίων, δηλ. στην επουράνιο και αιώνιο Βασιλεία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού διά της αξίας μεταλήψεως του Τιμίου Σώματος και Αίματος του Χριστού, με την οποία λαμβάνει την πρόγευση και τον αρραβώνα της Βασιλείας, και διά της καθολικής Αναστάσεως στη Β΄ Παρουσία, με την οποία μετέχει στους γάμους της Βασιλείας.  
Η είσοδος της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων είναι όντως ένα καινοφανές και μη επαναλαμβανόμενο γεγονός στην ιστορία. Καινοφανές μεν γιατί πρώτη φορά επετράπη σε γυναίκα να εισέλθει στα Άγια των Αγίων, μη επαναλαμβανόμενο δε διότι δεν επετράπη έκτοτε να εισέρχεται γυναίκα στο Άγιο Βήμα, το Ιερό. Η απαγόρευση αυτή μάλιστα έχει πάρει άκαμπτο συνοδικό χαρακτήρα με ιεροκανονική επικύρωση.
Στην ακολουθία των Χαιρετισμών των Εισοδίων της Θεοτόκου στον οίκο, που αρχίζει με το γράμμα «Μ», ο ιερός υμνογράφος αναφέρει : «Μη τολμήση γυνή τις, εισελθείν εν Αγίω Βήματι, όπου μόνη εισήλθε, η Αγία εν ταις γυναιξίν, εις τα των Αγίων Άγια, ου μόνος ο Αρχιερεύς εισήρχετο, του ενιαυτού άπαξ». Επίσης, στον οίκο με το γράμμα «Ψ», λέει : «Χαίρε, μόνη η αξία εν τω Βήματι εισελθείν˙ χαίρε, σοι γαρ μόνη έξεστιν εν τω Ιερώ οικείν».
Ο 69ος Ιερός Κανόνας της ΣΤ΄ Οικουμενικής  Συνόδου ορίζει: «Μη εξέστω τινί των απάντων εν λαϊκοίς τελούντι, ένδον του ιερού εισιέναι θυσιαστηρίου». Το άγιον Βήμα είναι αφιερωμένο στους ιερωμένους. Γι’αυτό ο παρών Κανών εμποδίζει την είσοδο σ’αυτό των λαϊκών. Και σημειώνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης : «Γι’αυτό ας παρακινηθούν οι ιερείς και πνευματικοί να αποκόψουν την παράνομη συνήθεια, που επικρατεί σε πολλούς τόπους, το να εισέρχονται λαϊκοί μέσα στο άγιο βήμα, η οποία (συνήθεια), μη διακρίνοντας ιερείς από λαϊκούς, κάνει να πίπτουν οι λαϊκοί στην ποινή του βασιλέως Άχαζ, ο οποίος, λαϊκός όντας, τόλμησε να επιχειρήσει τα έργα των ιερωμένων. Κατά κάποιον τρόπο κι αυτοί, εισερχόμενοι στον διορισμένο τόπο των ιερέων, οικειοποιούνται τα των ιερέων»[5].
Το γεγονός αυτό της εισόδου της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων το εκμεταλλεύονται δυστυχώς οι προοδευτικοί, εκσυγχρονιστές, ανανεωτές, οικουμενιστές κληρικοί και θεολογοι και ομιλούν και ενθέρμως υποστηρίζουν ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία θα πρέπει να σπάσει να ανωτέρω στεγανά και να επιτρέψει την χειροτονία και την μυστηριακή ιερωσύνη των γυναικών, διακηρύσσοντας μάλιστα μέσω συνεδρίων ότι δήθεν η ορθόδοξος παράδοση δεν έχει ισχυρά επιχειρήματα εναντίον της χειροτονίας των γυναικών. 
Η ιερωσύνη, όμως, όπως είναι γνωστό, πηγάζει από τόν Ίδιο τόν Ιησού Χριστό, δηλαδή τό αρχιερατικό Του αξίωμα, γι’αυτό καί ο Ίδιος αποκαλείται ο Μέγας Αρχιερεύς. Η ιερωσύνη του Χριστού προτυπώθηκε στήν Παλαιά Διαθήκη, τόσο από τήν ιερατική φυλή του Λευί, όσο καί από τόν Μελχισεδέκ, γιά τόν οποίο κάνει λόγο ο Απόστολος Παύλος στήν πρός Εβραίους επιστολή. Ο Αρχιερεύς Χριστός παρέδωσε τήν ιερωσύνη, χειροτονώντας τούς αγίους Αποστόλους καί αυτοί μέ τή σειρά τους «επέθηκαν τάς χείρας των επί»[6] άλλους άνδρας αξίους της ιερωσύνης καί όχι γυναίκας, όπως εσφαλμένα συμβαίνει μέ τά απεξηραμμένα φύλλα της αιρετικής παρασυναγωγής του Προτεσταντισμού καί δή των Αγγλικανών, των Λουθηρανών καί των Μεταρρυθμισμένων, οι οποίοι, επηρρεασμένοι από τό ανόητο φεμινιστικό κίνημα, επιτρέπουν τήν συμμετοχή γυναικών στό Μυστήριο της ιερωσύνης, τήν οποία δυστυχώς υιοθετούν ακόμη καί ακαδημαϊκοί οικουμενιστές «θεολόγοι». Αυτή η ακατάπαυστη διαδοχή της ιερωσύνης συνεχίσθηκε ανά τούς αιώνες καί φθάνει μέχρι καί τίς ημέρες μας, αλλά καί έως συντελείας αιώνων. Γι’αυτό καί στήν Ορθόδοξη Εκκλησία ομιλούμε περί αποστολικής διαδοχής.
Ο ομότιμος καθηγητής της Χριστιανικής Ηθικής στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ κ. Γεώργιος Μαντζαρίδης σημειώνει τα εξής σχετικά με το θέμα : «Το ενδιαφέρον του θέματος από την πλευρά της Χριστιανικής ηθικής συνίσταται κυρίως στην άποψη ότι η άρνηση της χειροτονίας των γυναικών συνδέεται με κάποια γενικότερη υποτίμησή τους στην Εκκλησία. Η άποψη όμως αυτή παραθεωρεί και βασικά στοιχεία, που έχουν σχέση με τη λειτουργική υπεροχή της γυναίκας στη ζωή και τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Και πρίν απ’όλα παραμερίζει την πρόταξη της γυναίκας στη σωτηρία του ανθρώπου και τη συντριβή του διαβόλου. Η έχθρα ανάμεσα στον άνθρωπο και τον διάβολο είναι κυρίως έχθρα ανάμεσα στη γυναίκα και το διάβολο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι γίνεται λόγος και για «σπέρμα» της Εύας, που θα συντρίψει το διάβολο[7]. Η  Εύα έλαβε το πρωτευαγγέλιο της σωτηρίας και η Παναγία δέχθηκε τον Ευαγγελισμό της θείας ενανθρωπήσεως.
Η γυναίκα λοιπόν που πρωτοστάτησε στη πτώση πρωτοστατεί και στην ανόρθωση του ανθρώπου. Ο άνδρας συμπαρασύρεται στη πτώση και συμπορεύεται στην ανόρθωση. Ο πρώτος ρόλος δε βρίσκεται σ’αυτόν, αλλά στη γυναίκα. Και στις δύο περιπτώσεις η γυναίκα πρωτοστατεί και ο άνδρας ακολουθεί. Ειδικότερα η Παναγία γίνεται συναίτιος της θείας ενανθρωπήσεως, μαζί με τον ίδιο τον Θεό. Δανείζει στον Θεό την ανθρώπινη φύση, που γίνεται η απαρχή της καινής κτίσεως. Από την άποψη αυτή η Παναγία είναι «μετά τον πρώτον ιεράρχην Χριστόν, έτερος Ιεράρχης»[8]. Ο αποκλεισμός όμως της γυναίκας από την μυστηριακή ιερωσύνη έχει πραγματικό και συμβολικό νόημα. Η γυναίκα συνεργεί στο μυστήριο της σωτηρίας, ενώ ο άνδρας διακονεί. Οι ιέρειες ήταν ευρύτατα γνωστές στον προχριστιανικό κόσμο εκτός του Ισραήλ. Ειδικότερα υπήρχαν στις θρησκείες των Ελλήνων και των Ρωμαίων, με τις οποίες ήρθε σε άμεση σχέση η Εκκλησία, αλλά και ο Ισραήλ. Γι’ αυτό από κοινωνική άποψη φαίνεται παράδοξη η απουσία ιερειών στον ιουδαιοχριστιανικό κόσμο, όπου μάλιστα η θέση της γυναίκας ήταν υψηλότερη. Επιπλέον σε ολόκληρη τη χριστιανική γραμματεία, όπου παρουσιάζονται πλείστα εκκλησιαστικά ζητήματα, ουδέποτε ανέκυψε ζήτημα ιερειών. Μόνο η γνωστικίζουσα αίρεση του Μοντανισμού δεχόταν γυναίκες στον επισκοπικό και τον πρεσβυτερικό βαθμό, πράγμα που χαρακτήρισε ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου ως «ειδωλοποιόν επιτήδευμα» και «εγχείρημα διαβολικόν»[9].
Οι χαρακτηρισμοί του αγίου Επιφανίου δεν πρέπει να θεωρηθούν τυχαίοι, αλλά δηλωτικοί της στάσεως της Εκκλησίας απέναντι στην μυστηριακή ιερωσύνη των γυναικών. Οι επίσκοποι και οι πρεσβύτεροι είχαν εξαρχής όχι μόνο λειτουργική, αλλά και συμβολική θέση στο σώμα της Εκκλησίας. Αυτοί υπάρχουν «εις τύπον του Πατρός» ή «εις τύπον Θεού»[10]. Ενώ στο «βασίλειον ιεράτευμα»[11] προσέρχονται αδιακρίτως άνδρες και γυναίκες, στην μυστηριακή ιερωσύνη προσλαμβάνονται μόνο άνδρες. Η παρουσία ιερειών θα υποδήλωνε την ύπαρξη γυναικείων θεοτήτων, όπως συνέβαινε στις προχριστιανικές θρησκείες. Η άρνηση δηλ. της ειδωλολατρίας, που συνεπάγεται και την άρνηση θεοτήτων των δύον φύλων, συμβαδίζει με την απουσία ιερειών. Η Εκκλησία είχε μόνο διακόνισσες, που εξυπηρετούσαν πρακτικές λειτουργικές ανάγκες, και όχι ιέρειες με μυστηριακή ιερωσύνη συμβολικού χαρακτήρα, που χαρακτηρίζεται ως «ειδωλοποιόν επιτήδευμα» ή «εγχείρημα διαβολικόν», δηλ. ειδωλολατρία. Και δεν είναι τυχαίο ότι ο Μοντανισμός εκτός από την ιερωσύνη των γυναικών διατήρησε και άλλα ειδωλολατρικά στοιχεία, ενώ ο εισηγητής του Μοντανός ήταν αρχικά ιερέας της θεάς Κυβέλης. Αλλά και σήμερα η προώθηση γυναικών στην ιερωσύνη δεν είναι άσχετη με τη διάδοση νεογνωστικών και νεοπαγανιστικών αντιλήψεων, που χαρακτηρίζουν το γενικότερο πνεύμα της εποχή μας»[12]. 
Υπάρχουν και άλλα πάμπολλα επιχειρήματα εναντίον της χειροτονίας των γυναικών, τα οποία παραθέτουμε στη συνέχεια, όπως τα καταγράφει ο κ. Χρήστος Λιβανός[13]:
α) Η ρίζα της αληθείας, ότι μόνο άρρενες πρέπει να λαμβάνουν ιερωσύνη βρίσκεται στην εντολή του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη «παν άρσεν διανοίγον μήτραν, άγιον τω Κυρίω κληθήσεται»[14].
β) Η ιερωσύνη κατά την Παλαιά Διαθήκη εδίδετο μόνο σε άνδρες.
γ) Ο Χριστός δεν επέλεξε καμμία γυναίκα ως Απόστολό Του. Και οι δώδεκα Απόστολοί Του ήσαν άνδρες.
δ) Ο προδότης Ιούδας δεν αντικαταστάθηκε από γυναίκα, αλλά από άνδρα, τον Απόστολο Ματθία[15].
ε) Στον Μυστικό Δείπνο ο Χριστός κάλεσε μόνο τους Δώδεκα και σ’αυτούς παρέδωσε το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.
στ) Την εντολή να βαπτίσουν «πάντα τα έθνη» έδωσε ο Χριστός μόνο στους Αποστόλους και όχι στον ευρύτερο κύκλο των μαθητών Του, που αποτελούσαν και γυναίκες[16].
ζ) Την εξουσία του «δεσμείν και λύειν αμαρτίας» έδωσε ο Χριστός μόνο στους Αποστόλους Του και όχι σε γυναίκες[17].
η) Η Παναγία, αν και προερχομένη, κατά τον άγιο Γερμανό Κωνσταντινουπόλεως, «εκ γένους ιερατικού, φυλής Ααρωνείτιδος, ρίζης προφητικής και βασιλικής»[18], δεν έλαβε την ιερωσύνη. Ο ίδιος ο Υιός της δεν την συμπεριέλαβε μεταξύ των Αποστόλων.
θ) Οι Απόστολοι ουδέποτε χειροτόνησαν γυναίκες.
ι) Η Παύλειος διδασκαλία είναι αληθινός καταπέλτης εναντίον της ιερωσύνης των γυναικών. «Αι γυναίκες υμών εν ταις εκκλησίαις σιγάτωσαν», παραγγέλλει στους Κορινθίους[19], «γυναικί δε διδάσκειν ουκ επιτρέπω», γράφει προς τον Απόστολο Τιμόθεο[20]. Πώς λοιπόν θα χειροτονήσουμε γυναίκες, εφ’όσον ο ίδιος ο Κύριος[21] απαγορεύει σ’αυτές το «διδάσκειν», το οποίο είναι αναπόσπαστο μέρος της θείας Λατρείας και από τα βασικότερα καθήκοντα του πρεσβυτέρου και του επισκόπου;
ια) Ο πρεσβύτερος πρέπει να είναι «μιάς γυναικός ανήρ»[22], συμβουλεύει ο Απόστολος, χωρίς όμως να προσθέσει και το αντίστροφο, «ενός ανδρός γυνή».
ιβ) Ο επίσκοπος ίσταται «εις τύπον και τόπον Χριστού». Ο Χριστός είναι άνδρας. Δύναται γυναίκα να σταθεί εις τύπον και τόπον του ανδρός Χριστού;
ιγ) Ο ιερεύς είναι «alter Christus», άλλος Χριστός. Ο Χριστός είναι ο Νυμφίος, η δε Εκκλησία η Νύμφη. Δύναται γυναίκα να θεωρηθεί Νυμφίος; Θα τολμήσουμε να συμβολίσουμε την υπερφυά σχέση Χριστού-Εκκλησίας με τη διεστραμμένη σχέση ομοφυλοφίλου ζεύγους; Αυτό ακριβώς πράττουν όσοι ετερόδοξοι παρέχουν την ιερωσύνη στις γυναίκες.
ιδ) Η Ιερά Παράδοση, την οποία δεν παραδέχονται οι Προτεστάντες, μαρτυρεί κατά της χειροτονίας γυναικών, αφού επί 2012 έτη τώρα όλοι οι φορείς της ιερωσύνης ήταν και είναι άνδρες.
ιε) Πλήθος αγίων γυναικών κοσμεί το νοητό στερέωμα της Εκκλησίας μας. Μεταξύ αυτών οι Μυροφόρες, οι ισαπόστολοι Φωτεινή και Ελένη, καθώς και άγιες μητέρες μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας. Καμμία απ’αυτές δεν υπήρξε ιερουργός των θείων Μυστηρίων. Καμμία από τις αρχαίες διακόνισσες ή τις ανά τους αιώνες μοναχές δεν απαίτησε να λάβει το αξίωμα της ιερωσύνης.
ιστ) Οι Αποστολικές Διαταγές είναι σαφείς και κατηγορηματικές: «Ουκ επιτρέπομεν ουν γυναίκας διδάσκειν εν εκκλησία, αλλά μόνον προσεύχεσθαι και των διδασκάλων επακούειν. Και γαρ και αυτός ο διδάσκαλος ημών Κύριος Ιησούς Χριστός ημάς τους δώδεκα πέμψας μαθητεύσαι τον λαόν και τα έθνη, γυναίκας ουδαμού εξαπέστειλεν εις το κήρυγμα… Ει δε εν τοις προλαβούσι διδάσκειν αυταίς ουκ επιτρέπομεν, πως ιερατεύσαι ταύταις παρά φύσιν τις συγχωρήσει; Τούτο γαρ της των Ελλήνων αθεότητος το αγνόημα θηλείαις θεαίς ιερείας χειροτονείν, αλλ’ ου της του Χριστού διατάξεως»[23].
ιζ) Ο Τερτυλλιανός γράφει : «Δεν επιτρέπεται στη γυναίκα να ομιλεί στην εκκλησία ούτε να διδάσκει ούτε να χρίει ούτε να κάνει την προσκομιδή ούτε να διεκδικεί για τον εαυτό της οποιοδήποτε αξίωμα που έχουν οι άνδρες ή κάποιο ιερατικό λειτούργημα»[24].
ιη) Ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου ρωτά : «τίνι ουν σαφές εστιν ότι των δαιμόνων εστί το δίδαγμα και σχήμα και ηλλιοωμένον το επιχείρημα»; Και προσθέτει : «Θεώ γαρ απ’αιώνος ουδαμώς γυνή ιεράτευσεν»[25].
ιθ) Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συμβουλεύει «οι γυναίκες να απομακρύνονται από μια τέτοια υπηρεσία, όπως και το πλείστον των ανθρώπων», προσθέτοντας ότι «ο θείος νόμος απομακρύνει τις γυναίκες από το ιερατικό λειτούργημα, αλλ’αυτές επιζητούν να το κατακτήσουν δυναμικά»[26].
Τέλος, η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν υιοθέτησε και δεν πρέπει να υιοθετήσει ποτέ την χειροτονία-ιερωσύνη των γυναικών, για να διακρίνεται και να μην εξομοιώνεται με την αιρετική παρασυναγωγή του Προτεσταντισμού καί δή των Αγγλικανών, των Λουθηρανών καί των Μεταρρυθμισμένων. Μπροστά στην ανωτέρω ακαταμάχητη θεολογική επιχειρηματολογία εναντίον της χειροτονίας των γυναικών, τί έχουν να απολογηθούν οι Οικουμενιστές, οι οποίοι αδιάντροπα και ανερυθρίαστα συμμετέχουν στο παμπροτεσταντικό Παγκόσμιο Συμβούλιο των δήθεν «Εκκλησιών» ή καλύτερα των Αιρέσεων, αλληλοασπαζόμενοι, συναγελαζόμενοι, συντρώγοντες, συμπίνοντες και κυρίως συμπροσευχόμενοι με παστόρισσες και ιέρειες και αναγνωρίζοντες την «ιερωσύνη» ή μάλλον μιαροσύνη τους; 


[1] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τ. Β΄ (Νοέμβριος-Δεκέμβριος), εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλλη, Θεσ/κη 2003,                                              
   σσ. 148-151.
[2] Ματθ. 4, 4.
[3] Ματθ. 10, 28.
[4] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Η Υπεραγία Θεοτόκος στη ζωή και το έργο του αγίου Νικοδήμου», Κολλυβαδικά. Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης-Άγιος Αθανάσιος Πάριος, εκδ. Βρυέννιος, Θεσ/κη 2004, σσ. 33-35.
[5] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ. 280-281.
[6] Πράξ. 6, 6.
[7] Γέν. 3, 15.
[8] Θεοφάνους Νικαίας, Λόγος  εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον  11, εκδ. M. Jugie, Theorhanes Nicaenus (+ 1381), Sermo in Sanctissimam Deiparam,   
  Lateranum Romae 1935, σ. 64.
[9] ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΦΆΝΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Πανάριον  49, PG 42, 745BC.
[10] ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, Προς Μαγνησιείς 4, Προς Τραλλιανούς 3.  
[11] Α΄ Πέτρου 2, 9.
[12] ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗΣ, Χριστιανική ηθική  ΙΙ, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη, σσ. 384-387. 
[13] ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΙΒΑΝΟΣ, «Εμπόδια στόν διάλογο μέ τόν Προτεσταντισμό», εν Οικουμενισμός˙ Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις. Πρακτικά διορθοδόξου επιστημονικού συνεδρίου. Αίθουσα τελετών Α.Π.Θ. 20-24 Σεπτεμβρίου 2004, τ. Β΄, εκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2008, σσ. 627-632.
[14] Λκ. 2, 23.
[15] Πράξ. 1, 21-26.
[16] Μτθ. 28, 16-20.
[17] Ιω. 20, 23.
[18] ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, Εις την Είσοδον της Θεοτόκου Β΄, PG 98, 313A.
[19] Α΄ Κορ. 14, 34.
[20] Α΄ Τιμ. 2, 12.
[21] Α΄ Κορ. 14, 35.
[22] Τίτ. 1, 6.
[23] Αποστολικαί Διαταγαί  ΙΙΙ, 6, 1-2 και 9, 1-4.
[24] ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΣ, De Virginibus, IX, 1, C.C. ii, 1218-19.
[25] ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Κατά αιρέσεων  49, 2-3, PG 41, 881.
[26] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Περί Ιερωσύνης  ΙΙ, 1, 2.