Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Ιερά Εικόνα Παναγία Καμαριώτισσα (Σαμοθράκη)


web statistics

Στο χωριό Καμαριώτισσα της Σαμοθράκης, το λιμάνι του νησιού και στον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου βρίσκεται η εικόνα της Παναγίας της Καμαριωτίσσης. Η μνήμη της τιμάται κάθε χρόνο την Πέμπτη της Διακαινησίμου Εβδομάδος.

Στα χρόνια της εικονομαχίας αν και δε γνωρίζουμε την ακριβή χρονική στιγμή, αλλά στα μέσα της Άνοιξης και μάλιστα την Πέμπτη της Διακαινησίμου εκείνης της χρονιάς, συνέβη το θαυμαστό γεγονός της εύρεσης της ιεράς εικόνας της Παναγίας στο νησί της Σαμοθράκης.
Το ιστορικό αυτό γεγονός συνέβη κατά προσέγγιση μεταξύ πρώτης ή στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 9ου μ.Χ. αιώνα.

Κατά τα ξημερώματα κάποιοι ψαράδες ήταν μαζεμένοι στον ορμίσκο στα βορειοδυτικά του νησιού εκεί που είναι το σημερινό επίνειο και ασχολούνταν με την τακτοποίηση των διχτύων όταν διέκριναν στο βάθος του ορίζοντα ένα φως λαμπερό χωρίς όμως να βλέπουν κάτι να επιπλέει στη θάλασσα.
Όσο περνούσε η ώρα το φως γινόταν πιο ζωηρό και μαζί του μεγάλωνε η περιέργεια και η απορία τους καθώς δε μπορούσαν να εξηγήσουν τι ήταν αυτό το φως που έβλεπαν και που συνεχώς τους πλησίαζε.
Πράγματι, δεν έπεσαν έξω. Ενώ το φως ολοένα και ερχόταν πιο κοντά τους, οι αχτίδες που σκόρπιζε γίνονταν πιο διακριτές και οι αντανακλάσεις έμοιαζαν με πλεούμενο που κατευθυνόταν στο μικρό λιμάνι. Οι ψαράδες σταμάτησαν τη δουλειά τους κι άρχισαν να συζητάνε για το παράξενο φαινόμενο κάνοντας υποθέσεις ανάλογα με τη φαντασία που διέθετε ο καθένας τους.
Η περιέργεια τους έφτασε στο αποκορύφωμα όταν το περίεργο θέαμα έφτασε πολύ κοντά και παρά τις προσπάθειες τους να το δουν καθαρά δεν τα κατάφερναν παρ' όλο που σκαρφάλωναν άλλοι στα βράχια κι άλλοι στα δέντρα και τούτο γιατί τους εμπόδιζε να δουν καθαρά η λάμψη που εξέπεμπε καθώς και ο μικρός όγκος του σε σύγκριση με τα κύματα.
Έτσι αποφάσισαν να ρίξουν τις βάρκες στη θάλασσα για να το πλησιάσουν και να λυθεί το μυστήριο. Στη μια βάρκα μπήκαν δύο βαρκάρηδες και στην άλλη ένας μονάχος του και κωπηλατώντας άρχισαν όλοι μαζί να πλέουν προς το παράξενο και μυστηριώδες πλεούμενο που τώρα βρίσκονταν σε απόσταση μικρότερη από μισό μίλι.
Η μια βάρκα ακολουθούσε την άλλη σε μικρή απόσταση όταν φθάνοντας περίπου σε απόσταση εκατόν οργιές από τη στεριά και σα να υπήρξε κάποιο σύνθημα μεταξύ τους σταμάτησαν να κωπηλατούν και περίμεναν να φτάσει το πλεούμενο.
Έτσι ακριβώς κι έγινε. Ένα μικρό αντικείμενο που χρύσιζε από τις ακτίνες του ήλιου, σπρωγμένο από το ρεύμα της θάλασσας, αφού έκανε έναν κύκλο ήρθε και σταμάτησε ανάμεσα στις δύο βάρκες.
Οι βαρκάρηδες μόλις το είδαν το πλεύρισαν, τραβώντας γρήγορα κουπί, και τότε αντίκρυσαν εμπρός τους ένα μεταλλικό κουτί κλεισμένο ερμητικά. Αφού το περιεργάστηκαν με προσοχή θέλησαν να μάθουν τι ήταν αυτό που έκρυβε. Στην πρώτη βάρκα ο ένας ψαράς κρατούσε το κιβώτιο όσο ο άλλος τραβούσε κουπί, ενώ ο δεύτερος ψαράς ακολουθούσε ώστε να φτάσουν στην ακτή όπου τους περίμεναν οι υπόλοιποι γεμάτοι αγωνία. Αφού έφτασαν επιτέλους στην ακτή και τους περιτριγύρισαν όλοι, έδεσαν γρήγορα τις βάρκες τους όπως - όπως κι επιδόθηκαν με βιασύνη στο άνοιγμα του μεταλλικού κουτιού ενώ όλοι τους έκαναν διάφορες σκέψεις σχετικά με τον κρυμμένο θησαυρό.
Πράγματι, θησαυρός υπήρχε και μάλιστα ανυπολόγιστης αξίας. Αντίκρυσαν μιαν εικόνα με τη σεβάσμια μορφή της Θεομήτορος που κρατούσε στην αγκαλιά της το Υιό της και Κύριο μας, Ιησού Χριστό, που στα χέρια του κρατούσε το σύμπαν. Η δε εικόνα έφερε τον τίτλο «Παναγία η Καμαριώτισσα».
Μεγάλο δέος κατέλαβε τις ψυχές όλων και με χαρά κι ανέκφραστη αγαλλίαση δόξασαν τον Πανάγαθο Θεό. Αφού έβγαλαν από τις αποσκευές τους ένα καθαρό υφαντό, το έστρωσαν πάνω στην κουπαστή μιας βάρκας και πάνω του απόθεσαν τη σεβάσμια εικόνα αφού με φόβο και ευλάβεια προσκύνησαν εμπρός της. Ύστερα αποφάσισαν μόλις βραδυάσει να τη μεταφέρουν στα φτωχόσπιτά τους καθότι στα μέρη τους δεν υπήρχε κάποιο αξιόλογο οίκημα.
Μετά ασχολήθηκαν πάλι με το φαινόμενο και κυρίως με τον παράδοξο τρόπο άφιξης της εικόνας κι όλοι συμφώνησαν ότι επρόκειτο περί θαύματος. Πάλι οι τρεις βαρκάρηδες άρχισαν να περιγράφουν με περισσή λεπτομέρεια τα συμβάντα, αναφέροντας κι επισημαίνοντας ότι κατά την πορεία σταμάτησαν να κωπηλατούν γιατί τα χέρια τους είχαν παραλύσει και κανείς από τους τρεις δεν τολμούσε να ανακοινώσει στον άλλον τι ακριβώς του συνέβαινε. Έδιναν την εντύπωση ότι σταμάτησαν γιατί βρίσκονταν σε κατάσταση αναμονής. Τα ονόματα τους που σώθηκαν προφορικά, σύμφωνα με την παράδοση, αφού δε γνώριζαν γραφή είναι Παύλος ο μεγαλύτερος, μαζί με τον μικρότερο αδελφό του τον Ραξή, ο οποίος πήρε την εικόνα και τη μετέφερε στην ακτή, ενώ στην άλλη βάρκα επέβαινε κάποιος ονόματι Λάμπρος. Στο δε γεύμα που ακολούθησε το μεσημέρι, συζητούσαν το πότε και που θα τοποθετούσαν την ιερή εικόνα της Αειπαρθένου Θεοτόκου. Η αρχική τους σκέψη να διαφυλάξουν την εικόνα σε κάποιο σπίτι άλλαξε στη συνέχεια και αποφάσισαν από κοινού να την εγκαταστήσουν στον αρχικό τόπο που έφτασε, για να γίνει η Προστάτιδα τους. Αφού όλοι συγκατατέθηκαν, ανέβηκαν σαράντα βήματα πιο πάνω από το σημείο αυτό και στα ερείπια που είχαν απομείνει από κάποιο Ναό έφτιαξαν μια θέση σαν θρόνο στην Κυρία του Ουρανού και τοποθέτησαν εκεί πάνω την Εικόνα της Παναγίας της Καμαριώτισσας την Πέμπτη μετά το Πάσχα.
Γι' αυτό και προς τιμήν Της εκείνη την ημέρα τελείται πανήγυρις όπου συμμετέχει όλος ο λαός του νησιού στη γιορτή που είναι πασίγνωστη με το όνομα «Το πανηγύρι της Καμαριώτισσας».

Οι παραπάνω ψαράδες και όλοι οι άλλοι κάτοικοι του νησιού παρά τις ασχολίες τους για την καθημερινή διαβίωση φρόντισαν με λατρεία την Πανάχραντο, ώστε ποτέ να μην Της λείψει το θυμίαμα, το κερί και το λάδι, και το κανδήλι Της να μη παύσει ποτέ να αναδίδει το φως το ιλαρό που παρέχει ελπίδα και παρηγοριά σε όλους μας.
Με το πέρασμα του χρόνου χτίστηκε ένα μικρό εκκλησάκι που στη συνέχεια ευπρεπίσθηκε ώστε όλοι Σαμόθρακες να προσέρχονται και να ασπάζονται ευλαβικά την θαυματουργό Εικόνα της Παναγίας της Καμαριώτισσας ζητώντας τη βοήθεια και την προστασία Της σε δύσκολες στιγ­μές και χαλεπούς καιρούς. Γιατί η Παναγία αποδείχτηκε προστάτιδα σε όσους βρίσκονται σε κίνδυνο, φύλακας για τους ανάπηρους, συγκυβερνήτης αυτών που ταξιδεύουν στη θάλασσα. Και από τότε όλοι συνήθιζαν να λένε «πάμε να ανάψουμε μια λαμπάδα, ν' ανάψουμε το κανδήλι και να προσκυνήσουμε την Καμαριώτισσα». Για τα άπειρα θαύματα Της δεν υπάρχει γλώσσα που μπορεί να τα αναφέρει και να τα απαριθμήσει. Γιατί Αυτή είναι για το νησί μια ανεξάντλητη πηγή θαυμάτων και θεραπειών για όλον τον κόσμο. Χαρίζει το φως στους τυφλούς, απελευθερώνει τους δαιμονισμένους, θεραπεύει τους αρρώστους και τους γεμίζει δύναμη. Εισακούει τα παρακάλια από τις άτεκνες γυναίκες και τις χαρίζει το παιδί που επιθυμούν. Τους ναυτικούς που Την επικαλούνται, όταν είναι σε κίνδυνο, τους διασώζει και όλους τους ανθρώπους, σε θάλασσα και στεριά, όταν υποφέρουν απαλύνει τον πόνο τους. Κι έγινε ελπίδα και παρηγοριά, στολίδι και κόσμημα του νησιού. Η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Καμαριώτισσας και προστάτιδα υπέρμαχος όλων. Ας είναι ευλογημένη η Χάρη Της.

«Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, τῇ Πέμπτῃ τῆς Διακαινησίμου, ἐκκλησιαστικὴν ἑορτὴν καὶ πανήγυριν τελοῦμεν εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τῆς Παναγίας Θεοτόκου ἐν τῷ φερωνύμῳ Ναῷ καὶ τῇ κώμῃ Καμαριωτίσσῃ, εἰς ἀνάμνησιν τῆς ἐκ τῶν εἰκονομάχων διασώσεως, τῆς ἱερᾶς καὶ σεβάσμιας εἰκόνος, τῆς Παναγίας τῆς Καμαριωτίσσης· ἥτις διὰ θαυμασίου καὶ παραδόξου τρόπου, ἐν τῇ Σαμοθράκῃ ἀφίχθῃ, τῶν θαλασσίων κυμάτων ἐπιβαίνουσα. Κατέστη δὲ ἐν ἡμῖν, Προστάτις ὑπέρμαχος, ἀγλάισμα καὶ κλέος λαμπρότατον ἕτι δὲ καὶ τὴν προσωνυμίαν τῷ τόπῳ προσήνεγκε».

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν Συνάναρχον Λόγον.
Σεβασμίαν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος, τὴν ἐν θαλάσσῃ ὀφθείσαν, τὴν ἐπισκέπτιν ἡμῶν, προσκυνοῦμεν εὐλαβῶς καὶ ἀσπαζόμεθα· ὅτι ηὑδόκησεν ἐλθεῖν, ἀπαλλάξαι τῶν δεινῶν καὶ χάριτας δῶρον.


http://www.synaxarion.gr

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Το κάλλος θα σώση τον κόσμο …


web statistics





π.Βασιλείος Γοντικάκης, π. Καθηγουμένος της Ιεράς Μονής Ιβήρων
Οταν μιλούμε για το κάλλος που δεν είναι απλώς θέαμα εξωτερικό και πρόσκαιρο η αισθητικό κατηγόρημα, αλλά δύναμι που σώζει τον κόσμο, τότε το Άγιον Όρος, με την ύπαρξι και τη ζωή του, έχει κάτι να μας πη• γιατί ονομάζεται Περιβόλι της Παναγίας και όρος της Μεταμορφώσεως.
Και η Παναγία, κατά την υμνολογία της Εκκλησίας, είναι: Η πάναγνος και κεχαριτωμένη Κόρη η «ωραϊζομένη τω κάλλει των αρετών» που υπεδέχθη «τη αίγλη του Πνεύματος», «την καλλοποιόν ευπρέπειαν», (τον θεάνθρωπον Κύριον) «τον τα σύμπαντα καλλωπίσαντα»
Αλλά, για να πλησιάσωμε με το απαιτούμενο δέος και να κατανοήσωμε το μυστήριο του κάλλους που σώζει, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν είναι άλλο το κάλλος, άλλο η αγάπη και άλλο το αγαθόν. «Ταγαθόν υμνείται προς των ιερών θεολόγων και ως καλόν, και ως κάλλος, και ως αγάπη και ως αγαπητών… και ως πάντα προς εαυτό καλούν, όθεν και κάλλος λέγεται». Δηλαδή ο Θεός, που είναι αγάπη και κάλλος αμήχανον, δημιουργεί τα πάντα «καλά λίαν». Και καλεί διά του κάλλους σε μετοχή ζωής όλη τη δημιουργία.
Ακούγοντας την κλήσι του θείου κάλλους ο άνθρωπος γίνεται κοινωνός της μακαρίας Τριαδικής ζωής. Αντιστεκόμενος και μη υπακούων δημιουργεί την κόλασι της μη κοινωνίας, την κατάρα της παρά φύσιν ασχήμιας, που δεν σώζει, αλλά καταστρέφει τον άνθρωπο και τη δημιουργία.
Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, εκτός από το αληθινό κάλλος που καλεί και σώζει, υπάρχει και κάποιο άλλο κίβδηλο, που προκαλεί και καταστρέφει,
γιατί δεν είναι φανέρωσι καλοσύνης αλλά επίφασι κάλλους και λειτουργεί ως δέλεαρ. Ζαλίζει και παγιδεύει τον άνθρωπο και τον οδηγεί στην τελική υποδούλωσι και καταστροφή, υποσχόμενο μία, ως διά μαγείας εύκολη, σωτηρία.
Μέσα σ’ αυτόν τον αγώνα και στη δοκιμασία της εκλογής κάποιου κάλλους, εξελίσσεται η ιστορία του ανθρώπου και της ανθρωπότητας: Ποιο κάλλος θα μας ελκύση περισσότερο; Σε ποιο θα υποταχθούμε;
Από την πρώτη στιγμή μας παρέσυρε κάποιο κάλλος που μας κατέστρεψε, επειδή το χωρίσαμε από την αγάπη και την υπακοή στον Θεό. Κινηθήκαμε βιαστικά και απερίσκεπτα. «Ωραίος ην εις όρασιν και καλός εις βρώσιν, ο εμέ θανατώσας καρπός».
Στην καινή κτίσι πάλι μία γυναίκα γίνεται αφορμή της σωτηρίας. Η άγνωστη και ασήμαντη κοσμικά, αλλά ταπεινή και ακήρατη Κόρη της Ναζαρέτ, αναδεικνύεται η «εν γυναιξίν ευλογημένη», που δέχεται τον αρχαγγελικό ασπασμό και συλλαμβάνει τον Υιό και Λόγο του Θεού.
Το κάλλος της αρετής των δικαίων, ο ζήλος των Προφητών και η προσδοκία όλης της άνθρωπότητος ετοιμάζουν και κυοφορούν το κάλλος και την αρετή της Παρθένου.
Η Παρθένος, με την αγία ταπείνωσι και την εκούσια υπακοή της στο θέλημα του Θεού, ανεδείχθη το όργανο της σωτηρίας όλου του κόσμου. Είναι το «μεθόριον της κτίστης και ακτίστου φύσεως». Η «κλίμαξ, δι’ ης κατέβη ο Θεός». Και η γέφυρα η «μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν». Το παιδί της είναι Θεός (ο Θεός Λόγος). Και ο Θεός είναι το παιδί που η ίδια εγέννησε. Ως «υπέρ φύσιν μητέρα και κατά φύσιν παρθένος», ζη την διά Πνεύματος Αγίου μητρότητα της αειπαρθενίας και απολαμβάνει την παρθενικότητα της θεοτοκίας. Ενώνει τον ουρανό και τη γη.
Και ενώ είχαμε αμαυρώσει το κάλλος της εικόνος του Θεου, γίνεται ο Θεός Λόγος, διά των αχράντων αιμάτων της Αειπαρθένου, τέλειος άνθρωπος και «την ρυπωθείσαν εικόνα τω θείω κάλλει συγκατέμιξε».
Δεν παρουσιάστηκε εξωτερικά ο Θεός Λόγος, αλλά συγκατέμιξε ολόκληρη τη φύσι μας «τω θείω κάλλει».
Η σωτηρία του ανθρώπου νοείται και βιούται ως συμμετοχή και αναμόρφωσι εις το αρχαίον κάλλος.
Το θείον κάλλος σώζει τον άνθρωπο όχι μαγικά, εν αγνοία του, ούτε έξωθεν, διά της βίας• έτσι, θα τον υποτιμούσε. Αντιθέτως, ο άνθρωπος σώζεται τιμώμενος, με το να γίνη ο ίδιος καλλιτέχνης, πηγή κάλλους και σωτηρίας για τους πολλούς• «πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον». Να γεννηθή απ’ όλη του την ύπαρξι, ως ευχαριστία, η δοξολογία προς τον Θεό.
Και η Παρθένος, ως θεογεννήτρια, ανέδειξε την ανθρώπινη φύσι Θεοτόκο. Με το παράδειγμα και τη βοήθεια της Παναγίας κάθε ψυχή που ησυχάζει και καθαρεύει, υποτασσόμενη στο θείο θέλημα, μπορεί να γίνη κατά χάριν Θεοτόκος. Να συλλάβη και να γεννήση μία μικρή χαρά που ξεπερνά τον θάνατο. Τότε ζη ο άνθρωπος την επίσκεψι της Χάριτος σε όλη του την ύπαρξι, την επίσκεψι της Παναγίας στον εσωτερικό του κόσμο. Και διερωτάται, όπως η Ελισάβετ: «πόθεν μοι τούτο, ίνα έλθη η μήτηρ του Κυρίου μου προς με;»
Αυτή η παρουσία της Θεοτόκου παραμένει ως προστασία και τροφός του Αγίου Όρους.
Πηγή: Προηγούμενος της Ι.Μ. Ιβήρων Αρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης, Το κάλλος θα σώσει τον κόσμο – Μια αγιορείτικη θεώρηση, «Πειραϊκή Εκκλησία», Μηνιαίο περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, Μάϊος 2009.

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Αναίρεση πλανών των Γιεχωβάδων και των Προτεσταντών για την Παναγία μας

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Παναγία η φωτίζουσα τη διάνοια των παιδιών


web statistics

Η εικόνα της Παναγίας που φωτίζει τη διάνοια των παιδιών που δυσκολεύονται να μάθουν γράμματα.
 
Η “Παναγία η φωτίζουσα τη διάνοια” (Богоматерь Прибавление ума) είναι μία ρωσικής τεχνοτροπίας εικόνα, η οποία έχει το χάρισμα να φωτίζει τον νου των παιδιών που δυσκολεύονται να μάθουν γράμματα, αλλά και τον νου των εσκοτισμένων ανθρώπων.
 
Σ’ αυτήν την εικόνα παρουσιάζονται ο Χριστός παιδάκι και η Παναγία όρθιοι, τυλιγμένοι σε έναν πολύτιμο μανδύα, ένα φελόνιο, από τον οποίον εξέχουν μόνον οι κεφαλές τους. Στο φόντο συνήθως ο έναστρος ουρανός. Δεξιά και αριστερά εξαπτέρυγα, χερουβείμ και άγγελοι δεόμενοι πάνω σε σύννεφα ή με λαμπάδες.
 
Σύμφωνα με ρώσο ιστορικό τέχνης, η εικόνα έχει πιθανόν ως πρότυπό της ένα άγαλμα της Παναγίας και του μικρού Ιησού που βρίσκεται στην πόλη Loreto της Ιταλίας (κοντά στην Αγκώνα). Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, το πρωτότυπο αυτού του αγάλματος (το σημερινό είναι αντίγραφο), χρονολογούνταν στην εποχή των σταυροφόρων.

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Η Παναγία και ο ληστής


web statistics


Στα χρόνια τα παλιά, στα δύσκολα τα μέρη ετούτα και άγονα ,υπήρχε ένας ληστής. Τον φώναζαν Δράκο. Πολλές οι ιστορίες που έχουν ειπωθεί για αυτόν στα τόσα χρόνια. Λέγανε ήταν τρομερός στην όψη ,με μαύρα μακριά μαλλιά και γένια και με μια δυνατή φωνή που έσκιαζε και σκύλο.
Χρόνια ολάκερα αυτός και οι άντρες του ήταν ο φόβος και ο τρόμος στην περιοχή μας. Πράγμα παράξενο όμως , το έχουν και το λένε ακόμα, δεν έβλαψε ποτέ φτωχό κι ανήμπορο. Τους πλούσιους ταλαιπωρούσε μόνο. 
Είχαν να λένε όσοι τον ήξεραν, ότι η καρδιά του είχε δυο όψεις. Εκεί που ήτανε θεριό ανήμερο και σκόρπαγε φόβο και τρόμο σε όποιον βρισκότανε εμπρός του ,εκεί στα ξαφνικά μπορούσε να κλάψει στην θέα ενός παγιδευμένου και ανήμπορου ζώου που είχε πιαστεί σε κάποια παγίδα και έσκιζε τις σάρκες του στην προσπάθεια του να ελευθερωθεί. Δεν του άρεσε να βλέπει πονεμένες ψυχές .Δεν το μπορούσε. 
Μυστήριο μεγάλο η ψυχή του κάθε ανθρώπου. Μόνο ο θεός ξέρει πραγματικά από τι υλικό είναι φτιαγμένη.!! 
Κάποια μέρα λοιπόν, όπως μας λέει η ιστορία μας , ο Δράκος με τα παλικάρια του μπήκαν κρυφά στο σπίτι του Μαμαλη του Μεγάλου Τσιφλικά και άρπαξαν από το σεντούκι του χρυσά και χρήματα. Όλοι ήταν στα χωράφια και κανείς δεν κατάλαβε τίποτα. Ποιος να περίμενε εξάλλου μέρα μεσημέρι ότι θα πάθαιναν τέτοιο κακό. Φεύγοντας όμως τους κατάλαβαν τα σκυλιά και άρχισαν να φωνάζουν, τα σκυλιά τα άκουσαν κάτι υπηρέτριες και σε λίγο ένα ολόκληρο απόσπασμα από τους ανθρώπους του Μαμαλη ξεχύθηκε στο κατόπι τους. Βέβαια ο Δράκος με τα παλικάρια του είχαν το προβάδισμα και θα γλίτωναν σίγουρα αν…..
Καθώς τρέχανε με τα άλογα είδαν στο αλώνι του Μαμαλη λίγο παρακάτω μια γριούλα κουλουριασμένη και μερικά παιδιά του χωριού να την κοροϊδεύουν και να της πετούν πέτρες.
Τραβάτε εσείς. Λέει στους άντρες του. Και έρχομαι και εγώ σε λίγο.
Τι κάνεις καπετάνιε ; Τρελάθηκες ; Αποκρίνονται αυτοί. Έλα να φύγουμε γρήγορα. Θα σε πιάσουνε.
Τραβάτε ορέ ,σας είπα. Έρχομαι.
Φύγανε κι αυτοί. Άλλο που δεν θέλανε, τόσοι που τους κυνηγούσαν και ο Δράκος έτρεξε αμέσως στο αλώνι και στην γριούλα.
Τι κάνετε εδώ ρε χαϊβάνια ; Τι σας έκανε ρε μούλικα η γιαγιά και την χτυπάτε ;
Κατουρήθηκαν από το φόβο τους τα παιδιά και λάκισαν κατά το χωριό φωνάζοντας.
Ο Δράκος. Ο Δράκος.
Αυτός δεν έδωσε σημασία. Κατέβηκε από το άλογο και έπιασε αμέσως την γριούλα να την συνεφέρει. Της σκούπιζε το πρόσωπο από τα αίματα και της χάιδευε τα μαλλιά με αγάπη και πόνο. Σχορατα γιαγιακα. Σχορατα. Δεν φταίνε αυτά. Οι πατεράδες τους τα έκαναν έτσι.. Μικρά είναι. Σχορατα.
Γύρισε η γριούλα και τον κοίταξε στα μάτια. Να ‘χεις την ευχή μου παιδί μου.
Να’ χεις την ευχή μου. Την κοίταξε κι αυτός στα μάτια και η ψυχή του σπαρτάρισε με μιας. Χάθηκε μέσα στα μάτια της. 
Όλη η αγάπη και ο πόνος του κόσμου ήτανε μέσα σε αυτά τα δυο μάτια που κοίταγε μπροστά του. Και έμεινε εκεί σαν χαμένος κρατώντας την γριούλα να την κοιτά στα μάτια …..ενώ από τα δικά του μάτια άρχισαν να κυλούν ποτάμια τα δάκρυα. 
Ο Δράκος ,!! ο φόβος και ο τρόμος του τόπου όλου ,έκλαιγε σαν μωρό παιδί. Ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να καταλάβει τι του είχε συμβεί. Έκλαιγε και έκλαιγε και έκλαιγε.
Έτσι τον βρήκαν οι άνθρωποι του Μαμαλη . Να κρατά την γριούλα αγκαλιά και να κλαίει.
Εκείνη την εποχή το δίκιο δινότανε γρήγορα. Και μάλιστα για τον Δράκο ένας λόγος παραπάνω. Πολύ γρήγορα. Σκοινί, θηλιά, κάποιο δέντρο και πάει ο Δράκος.
Το τελευταίο πράγμα που θυμότανε ,ήταν η γριούλα που τον κοίταγε από κάποια απόσταση. Το τελευταίο πράγμα που θυμότανε ήταν τα μάτια της. Και με έναν αναστεναγμό έκλεισε τα δικά του……………………καθώς τεντώθηκε το σκοινί.

Και μετά………τα ξανάνοιξε.!!
Μα…. Που βρισκότανε ; Δεν ήταν κρεμασμένος σε ένα δέντρο. Ήτανε σε έναν μεγάλο κατάλευκο διάδρομο και δεξιά αριστερά τα ομορφότερα λουλούδια και δέντρα που είχε δει ποτέ του. Δεν πόναγε καθόλου και αισθανότανε πάρα πολύ ελαφρύς. Σαν πούπουλο. Τι είναι όλα αυτά ; Σκέφτηκε. Τι συμβαίνει ;
Και….ποιοι είναι αυτοί που έρχονται προς τα μένα ; Μια γυναικεία φιγούρα πλημμυρισμένη στο φως πλησίαζε μπροστά απ’ όλους και πίσω της, δεξιά της και αριστερά της ,χιλιάδες πανέμορφοι άγγελοι να πετούν και να την συνοδεύουν ψέλνοντας. Η γυναίκα τον πλησίασε γρήγορα και του άπλωσε το χέρι χαμογελώντας. Έλα,!!!!!! του είπε.
Καλώς ήρθες στο σπίτι του παιδιού μου. Στο σπίτι σου.!!
Παναγιά μου!!!!!!! Του βγήκε η φωνή από μέσα του. Και γονάτισε εμπρός της σκύβοντας το κεφάλι.
Αν μπορούσε να κλάψει εκεί που βρισκότανε σίγουρα θα ξέσπαγε σε κλάματα.
Μα εκεί δεν κλαίνε!!!!!!
Αυτή τον ακούμπησε απαλά .Έλα, του είπε πάλι.
Μα Παναγιά μου, εγώ ; Τι θέλω εγώ ανάμεσα σας ; Εγώ είμαι κακούργος, είμαι ληστής, έχω βλάψει κόσμο. Εμένα πρέπει να με τιμωρήσετε, όχι να με καλοδεχτείτε.
Του είπε τότε η Παναγιά.
Ξεχνάς ότι ο πρώτος που μπήκε στο Βασίλειο του γιου μου ήταν ληστής ; Αυτό το Βασίλειο φτιάχτηκε παιδί μου για τους ληστές, τους κλέφτες και όλους τους παράνομους και αμαρτωλούς……που μετανοούνε .
Μα εγώ δεν πρόλαβα να μετανιώσω. Είπε πάλι ο Δράκος πάντα με σκυμμένο το κεφάλι.
Σταμάτησες να βοηθήσεις την ανήμπορη γερόντισσα ,ενώ μπορούσες να φύγεις και να σωθείς. Αυτό ήταν το εισιτήριο σου για το Βασίλειο του παιδιού μου. 
Της καθάρισες το πρόσωπο και καθάρισες τις αμαρτίες σου. 
Και τα δάκρυα που έριξες κρατώντας στην αγκαλιά σου την γριούλα ήταν η μετάνοια σου. Με όλα αυτά καθάρισες την ψυχή σου. Έλα παιδί μου. Με τιμές και δόξα πολύ, θα μπεις στον Παράδεισο!!!!!!!!
Σήκωσε το κεφάλι ο Δράκος για πρώτη φορά να αντικρίσει την Παναγιά και…..είδε τα μάτια της γριούλας από το αλώνι να του χαμογελούν. Τα μάτια της Παναγιάς!!!!
Κι ενώ οι Άγγελοι τον σήκωναν ψηλά ψέλνοντας ύμνους με μαγευτικές μελωδίες και ουράνια ακούσματα , ξεκινώντας όλοι μαζί προς την τεράστια φωτεινή πύλη που φαινότανε στο τέλος του διαδρόμου, ο Δράκος κοιτώντας πάντα την Παναγιά στα μάτια, ήταν η μόνη ψυχή που πέρασε ποτέ στον παράδεισο κλαίγοντας. Από χαρά και ευτυχία. Η πιο αγνή ψυχή.!!!!!!!
Λένε ακόμα ιστορίες για τον Δράκο στην γη………μα και στον παράδεισο που θα ζει αιώνια.

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013