Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Η H ρομφαία της Θεοτόκου και το Μυστήριο του πόνου


web statistics
 
     

Αρχιμ. Χρυσοστόμου Τύμπα[1]
 

...Για ένα τόσο λεπτό και ταυτόχρονα βαθύ θέμα, δεν μπορούμε φυσικά παρά να ανατρέξουμε στην πατερική σοφία. Όπως οι θεολόγοι ανέλυσαν την εναλλαγή του ανθρωπίνου στοιχείου με το θεϊκό, που φανερώνεται στα αδιάβλητα πάθη του Χριστού, έτσι περιέγραψαν την συμπλοκή της ανθρώπινης φύσεως με την οδυνηρή δοκιμασία της Θεοτόκου. Κατ' εξοχήν δε, στην υπέρλογη δοκιμασία την οποία υπέστη στα Πάθη του Υιού της, όταν η Αγάπη και Ταπείνωση της καρδιάς της ήρθε αντιμέτωπη με την μητρική οδύνη, αλλά και την μέγιστη αδικία που δοκίμασε ποτέ άνθρωπος. Ο Μέγας Βασίλειος αναλύει με σαφήνεια και με διάκριση του ανθρωπίνου στοιχείου από το θεϊκό, τον λόγο του πρεσβύτη Συμεών προς την Παναγία: «σού δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί»[2].

«Ρομφαία αποκαλεί τον πειραστικό λόγο, τον κριτικό ενθυμήσεων, τον εξικνούμενο μέχρι μερισμού ψυχής και πνεύματος, αρμών και μυελών. Επειδή δε τον καιρό του Πάθους κάθε ψυχή υποβαλλόταν σε κάποιο είδος δοκιμασίας, κατά τον λόγον του Κυρίου ο οποίος είπε ότι, 'πάντες σκανδαλισθήσεσθε εν εμοί'[3], προφητεύει ο Συμεών και περί αυτής της Μαρίας, ότι παριστάμενη στον σταυρό και βλέποντας τα γινόμενα και έχοντας ακούσει τις φωνές, μετά την μαρτυρία του Γαβριήλ, μετά την απόρρητη γνώση της θείας συλλήψεως, μετά την μεγάλη επίδειξη των θαυμάτων, θα προκληθεί κάποιος σάλος στην δική σου ψυχή... και σένα δε την ίδια, μολονότι διδάχθηκες άνωθεν όσα αναφέρονται στον Κύριο, θα σε αγγίξει κάποια δοκιμασία, δηλαδή Ρομφαία. Το 'όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί' υπαινίσσεται ότι, μετά τον σκανδαλισμό που έγινε εξ αιτίας του σταυρού του Χριστού, θα επακολουθήσει και ταχεία θεραπεία από τον Κύριο. Είδαμε έτσι τον Πέτρο μετά τον σκανδαλισμό του να κατέχει βεβαιότερη την πίστη στον Χριστό. Το ανθρώπινο λοιπόν αποδείχθηκε σαθρό, για να δειχθεί ισχυρό αυτό του Κυρίου»[4].

Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας διευρύνει την ερμηνεία της 'ρομφαίας', τονίζοντας την Αγωνία της Παρθένου για να πραγματωθεί το θαύμα, ενώ επίσης τονίζει τον κίνδυνο ο νηφάλιος νούς να καταστρατηγηθεί από την βιαιότητα των γεγονότων: «τι το παράδοξον, ει προς εννοίας ασθενεστέρας ο τρυφερός του γυναίου συνηρπάζετο νούς;», καθώς, «δεινή των συμβεβηκότων η φύσις προς το καταστρέψαι και τον νήφοντα λογισμόν»[5]. Η διάσταση της οδύνης γίνεται εμφανέστερη στον Ιωάννη Δαμασκηνό: «Αλλ' αύτη η μακαρία τας ωδίνας, ας διέφυγε τίκτουσα, ταύτας εν τω του πάθους καιρώ υπέμεινε υπό της μητρικής συμπαθείας των σπλάγχνων τον σπαραγμόν ανατλάσα..., ως ρομφαία τοις λογισμοίς εσπαράττετο»[6]' ο δε ιερός Καβάσιλας ομιλεί καθαρά περί 'αλγηδόνων' και 'βελών' της Θεοτόκου, καταθέτοντας πως «εγώ νομίζω μηδέν όμοιον άλγος ανθρώποις γενέσθαι»[7].

Παρά το γεγονός της μοναδικότητος της Ρομφαίας της Θεοτόκου, δεν θα ήταν άτοπο να θεωρηθεί πως η δική Της Ρομφαία, παρόλο που αναφερόταν χρονικά στον Σταυρό του Υιού Της, και παρόλο που αποτελούσε συμμετοχή στον δικό Του πόνο, διαχρονικά συμπεριλαμβάνει τους πόνους και δοκιμασίες όλων των ανθρώπων. άλλωστε αυτή φέρει κοινή την φύση με όλους εμάς τους θνητούς. Για τον λόγο αυτό η Ρομφαία της Θεοτόκου μπορεί να θεωρηθεί μόνον μέσα από το πλήρωμα της αγάπης προς τον Θεό και τον άνθρωπο διαχρονικά, συνεπώς και μέσα Από τα παθήματα όλου του ανθρωπίνου γένους πού αυτή η Ρομφαία περικλείει. Aς ενθυμηθούμε πώς η Θεοτόκος, από συμπόνια και αγάπη για την πτώση των ανθρώπων έστρεψε μέσα στον Ναό του Σολομώντος τον νου της προς την αγάπη του Θεού και ενώθηκε με Αυτόν, με αποτέλεσμα να σαρκωθεί ο Χριστός για την σωτηρία μας. Τώρα όμως, βλέπει την υπερκόσμια αυτή αγάπη να αφανίζεται από την καθολική κακία του κόσμου. Τον προσφιλή της λαό να θανατώνει τον αγαπημένο Υιό· και τον Υιό του Θεού να θνήσκει με τον πλέον επώδυνο και άτιμο εγκόσμιο θάνατο.

Στον Σταυρό, όλες οι δυνάμεις της θεομητορικής ψυχής φανέρωσαν την πνευματική τελείωσή τους. Ο νούς και ο λόγος, πλήρεις από την ταπεινή αγάπη προς τους εχθρούς, κατεκρήμνισαν την πικρότητα των λόγων του μίσους και της κακίας του κόσμου, μένοντας ακλόνητοι εντός της τελείας Πίστεως στον Θεό, και θέτοντας έναν 'όρο αγάπης και ανοχής' απέναντι στις αδικίες που υφιστάμεθα ως άνθρωποι. Η δε αίσθηση, κοινωνώντας καθ' υπερβολήν την αναίτια οδύνη, υπερέβαλε την δοκιμασία της οδυνηράς ρομφαίας. Αγκάλιασε το παρά φύσιν της εγκόσμιας αμαρτίας για να το επαναφέρει στο κατά φύσιν της ένθεης τάξεως και δικαιοσύνης.

Η Ρομφαία εκφράζει επίσης την θυσία των θεομητορικών αιμάτων, η οποία, αν και είχε πραγματωθεί με την σάρκωση του Λόγου, αποκαλύπτει τις πλήρεις οντολογικές διαστάσεις της στον Σταυρό. «Το να προσεύχεσαι για τους ανθρώπους σημαίνει να χύνεις αίμα»[8], αποκαλύπτει ο άγιος Σιλουανός· και προσευχόμενη η Θεοτόκος για τους Ιουδαίους, προσφέρει και τα δικά της αίματα, καθώς μεταφέρει στον εσταυρωμένο αυτήν την αόρατη θυσία της αγάπης της υπέρ όλου του κόσμου, υψώνοντας τα άχραντα χέρια της προς αυτόν. Τίποτε άλλο δεν εξέφρασε την τελειότητα της αγαπητικής θυσίας της Θεοτόκου, όσο η μυστική υπερκόσμια δέηση στο φώς των οφθαλμών της και το Φώς όλου του κόσμου, μέσα στο σκότος εκείνων των πλέον οδυνηρών γεγονότων της παγκόσμιας ιστορίας. «Και του ηλίου εκλείποντος»[9], και του Ιησού κράζοντος «πάτερ εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμά μου»[10], ανέτειλε το Φώς της θεομητορικής προσευχής και η από καρδίας σιωπηλή κραυγή της: «Υιέ του Θεού ελέησον ημάς, εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα όλου του κόσμου».
 
Η Θεοτόκος αγαπούσε τον Υιό της περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο, αλλά και συνδεόταν με αυτόν περισσότερο από όλους, καθώς, όπως σημειώνει ο άγιος Νικόδημος, τον γέννησε μόνη της χωρίς συνάφεια ανδρός[11]. Οδυνάται λοιπόν και περισσότερο γι' Αυτόν, διότι «όσο μεγαλύτερη η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη η οδύνη της ψυχής»[12]. Παρ' όλα αυτά, η Θεοτόκος «δεν παρέδωσε στη Γραφή ούτε τις σκέψεις της, ούτε την αγάπη της για τον Υιό και Θεό της, ούτε τις θλίψεις της ψυχής κατά την ώρα της Σταυρώσεως, γιατί ούτε και τότε θα μπορούσαμε να τα συλλάβουμε»[13]. Προφανώς, δεν πρόκειται μόνον για την αγάπη της Μητέρας προς τον Υιό και Θεό Της, αλλά μάλλον για το μυστήριο του πνευματικού δεσμού της Θεοτόκου με όλους τους ανθρώπους μέσα από την άμεση συμμετοχή της στο μυστήριο της σωτηρίας μας.

Η υπέρλογη οδύνη της Μητέρας ακολουθεί πιστά την ανέκφραστη αγάπη της προς τον Θεό. Ο ένθεος αυτός πόνος δεν χαρακτηρίζει κάποια ψυχική λειτουργία, αλλά είναι βίωμα το οποίο δωρίζει μόνον το Πνεύμα. Η Θεοτόκος βίωνε με απόλυτη καθαρότητα όλους τους νόμους και τρόπους της αλογίας του ανθρώπου να κυριαρχούν φαινομενικά επάνω στους νόμους της θείας Δικαιοσύνης. Η άκρα Ταπείνωση του Χριστού, με την οποία υπέστη την οδυνηρή αντιστροφή των παρά φύσιν, έγινε Ταπείνωση της Θεοτόκου, η οποία συνυπέστη αυτήν την οδύνη. Η εντολή «αγαπάτε τους εχθρούς Υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους Υμάς»[14], ξεπληρώθηκε πλήρως με αυτήν την επώδυνη και ταπεινή αγάπη της Θεοτόκου προς πάντας. Εάν την τέλεια αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο ενσάρκωσε ο Χριστός, την τέλεια αγάπη του ανθρώπου προς τον άνθρωπο εξέφρασε η Θεοτόκος στον Σταυρό.

Όμως, αναπόσπαστο χαρακτηριστικό αυτής της Αγάπης είναι η «θεοεγκατάλειψη». Όπως ο Πατήρ εγκαταλείπει τον Υιό Του επί Σταυρού, για να μεγαλύνει την θυσία του[15], όμοια και ο Υιός, για να μεγαλύνει την αγαπητική θυσία της Μητρός Του, την εγκαταλείπει στην ακατάληπτη οδύνη της Ρομφαίας. Γι' αυτό και της προσφέρεται ταυτόχρονα και η μέγιστη τιμή και δόξα και δύναμη, η οποία δωρήθηκε ποτέ άνωθεν σε άνθρωπο. Όπως ο Πατήρ χαρίζει στον Υιό «όνομα το Υπέρ πάν όνομα, ίνα εν τω ονόματι Ιησού πάν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων»[16], έτσι και ο Υιός χαρίζει στην Μητέρα Του όνομα, στο οποίο υποτάσσεται κάθε εγκόσμια δύναμη και εξουσία.

Στον Σταυρό, η Θεοτόκος δέχεται μία ακόμη μέγιστη δωρεά από τον Υιό Της, την πνευματική Μητρότητα όλων των αγίων στο πρόσωπο του αγαπημένου μαθητού του Λόγου: «Ιησούς ουν ιδών την μητέρα και τον μαθητήν παρεστώτα ον ηγάπα, λέγει τη μητρί αυτού· γύναι δε υιός σου· είτα λέγει τω μαθητή, ιδού η μήτηρ σου»[17]. Έτσι η Θεοτόκος η οποία αγάπησε καθ' υπερβολήν τον Θεό, αγαπάται καθ' υπερβολήν και από τους ανθρώπους. Είναι Δώρο της Δικαιοσύνης Του να ίσταται αυτή υπεράνω όλων των αγίων και αγγέλων. Ωστόσο, πριν ο Θεός της προσφέρει την μοναδική δωρεά της μητρότητος των αγίων της γής, η Θεοτόκος του δώρισε την δική της αγιότητα και του πρόσφερε την οδύνη της αγάπης της για τους αμαρτωλούς της γής. Πριν της δωρηθεί το πλήρωμα της καθολικής τιμής και δόξης, αυτή υπέστη, ως Μητέρα Θεανθρώπου, την μέγιστη αδοξία και ατιμία. Γι' αυτό και «από του νύν μακαριούσι αυτήν πάσαι αι γενεαί»[18]. Θα είναι πλέον η μακαρία εκείνη Μητέρα, που έχοντας πονέσει περισσότερο από κάθε άνθρωπο, θα μπορεί στο εξής να δέχεται και να δέεται με παρρησία για κάθε ανθρώπινο πόνο, που ήδη κατά κάποιο μυστηριακό τρόπο είχε ενσωματώσει στην δοκιμασία της δικής της Ρομφαίας.



Όσες φορές λοιπόν δοκιμάζουμε με διάφορους τρόπους πόνο στην ζωή μας, εκείνη στέκεται σαν αληθινή Μητέρα δίπλα μας, έχοντας γευθεί σε υπέρμετρο βαθμό πόνους και αδικίες, χωρίς μάλιστα να έχει υποπέσει σε κάποιο ανθρώπινο ολίσθημα ή αμαρτία που θα δικαιολογούσε τα παθήματά της ως μία εξιλέωση ενώπιον Θεού. Όταν εμείς δοκιμαζόμαστε, πρέπει πάντοτε να ανατρέχουμε στην Μητέρα του Θεού και Μητέρα όλου του κόσμου, διότι αυτή επόνεσε περισσότερο από κάθε άνθρωπο και περιέκλεισε στην ζωή της με μυστηριακό τρόπο όλους τους πόνους του ανθρωπίνου γένους, ώστε να μπορεί να δέεται με παρρησία στον Υιό Της για κάθε είδους δυσκολία.



Όταν λοιπόν στην ζωή μας «το ανθρώπινο αποδεικνύεται σαθρό» στις διάφορες δοκιμασίες, δυσάρεστα, πόνους και ασθένειες, είναι «για να δειχθεί ισχυρό αυτό του Κυρίου», όπως άριστα όρισε ο Μέγας Βασίλειος. Είναι ακριβώς για να καταφύγουμε στην Μητέρα του Θεού, να κοινωνήσουμε λίγο από τον δικό Της πόνο του Σταυρού, γιατί ακριβώς και ο δικός μας προσωπικός σταυρός είναι και δικός Της, είναι για να ελκύσουμε μέσα από το μυστήριο του πνευματικού πόνου την χάρη της θείας αγάπης και ταπεινώσεως. Είναι τα μόνα ισχυρά όπλα για να υπερβούμε κάθε δυσκολία, ώστε να αναδειχθεί ισχυρή η παρουσία του Χριστού και της Μητέρας Του στην ζωή μας, και όχι το δικό μας σθένος και δύναμη. Στη σιωπηλή οδύνη και καθ' υπερβολήν αγάπη της Θεοτόκου προς πάντας ίσως κυοφορούνται οι πνευματικές απαντήσεις στα προβλήματα και δοκιμασίες των σημερινών χριστιανών, είτε στο ατομικό είτε στο συλλογικό επίπεδο.



[1] Tο κείμενο περιέχει διασκευασμένα αποσπάσματα από το βιβλίο μου 'Θεός Λόγος και Ανθρώπινος λόγος. Οι ενέργειες της ψυχής στην πατερική Ανθρωπολογία', εκδ. Ι. Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος 1998.

[2] Λουκ. 2, 35.

[3] Ματθ. 26, 31.

[4] ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, επιστολή προς Όπτιμον 260, PG 32, 965D-68Β, ΕΠΕ 3, 292.

[5] Εις το κατ' Ιωάννην, ΡG 74, 661D

[6] Έκδοσις ορθοδόξου πίστεως 4, 14, ΡG 94, 1161CD, ΕΠΕ 1, 486.

[7] Ομιλία εις την Κοίμησιν 3, 2, σ. 210, εις τον τόμον 'Θεομήτωρ' ΕΤΠ-2. επιμ. Παν. Νέλλα. Αθήνα 1968.

[8] Αρχιμ. ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ, ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, έσσεξ Αγγλίας 1990, σ. 273

[9] Λουκ. 23, 44.

[10] Λουκ. 23, 46.

[11] ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Αόρατος Πόλεμος, κεφ. 50, έκδ. Σχοινά, Βόλος 1965, σ. 121.

[12] ο άγιος Σιλουανός..., ό.π., σ. 404.

[13] Αυτ. σ. 427.

[14] Ματθ. 5, 44.

[15] Πρβλ. Ματθ. 26, 39.

[16] Φιλ. 2, 9-10.

[17] Ιω. 19, 26-27.

[18] Λουκ. 1, 48.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου