Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Παναγία Φανερωμένη Βαθυρρύακος, η Μικρή Τήνος της Θράκης


web statistics


Θρησκεία και ιστορία ήταν πάντα έννοιες στενά συνδεδεμένες στην ελληνική κοινωνική πραγματικότητα. Φατήρ Γιακά, Κιρ Τσιφλίκ, Παναγία Φανερωμένη αποτελούν σημαντικά στοιχεία της τοπικής ιστορίας της περιοχής της Ροδόπης. Σε μια προσπάθεια ιχνηλάτισης αυτών των στοιχείων της και μάλιστα αγνώστων πτυχών στους περισσότερους που αναφέρονται σε μια μακρά περίοδο που ξεπερνά τους οκτώ αιώνες ο Πολιτιστικός Σύλλογος Αιγείρου διοργάνωσε εκδήλωση την Παρασκευή 17 Αυγούστου στο πλαίσιο των εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο με αφορμή τον εορτασμό της Ιεράς Μονής Παναγίας Βαθυρρύακος με ομιλητή τον θεολόγο, εκκλησιαστικό ιστορικό και νομικό Ιωάννη Ελ. Σιδηρά και με θέμα «Ιστορική τοπογραφία του Φατήρ Γιακά και θαυματουργική ανεύρεση της Παναγίας Φανερωμένης Βαθυρρύακος». Μια εκδήλωση τιμής στην Παναγιά την Φανερωμένη, στην Παναγιά των Ρόδων, που αποτελεί το σημαντικότερο προσκύνημα γενικότερα της Θράκης τόσο για τους χριστιανούς όσο και για τους μουσουλμάνους.
Ο «Παρατηρητής της Θράκης» τιμώντας και αυτός με τη σειρά του το πρόσωπο της Παναγιάς αλλά και συμβάλλοντας στην ανάδειξη της τοπικής ιστορίας δημοσιεύει σήμερα αυτούσια την ομιλία του κ. Σιδηρά με την ευχή η Παναγιά να σκέπει τον κόσμο όλο…

Πανθρακικής εμβέλειας προσκύνημα

«Το προσκύνημα της Παναγίας Φανερωμένης, όπως συνηθίζω να λέγω και να γράφω, αποτελεί την Μικρή Τήνο στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης. Πρόκειται για ένα πανθρακικής εμβάλειας προσκύνημα με μεγάλη ιστορία που συμπλέκεται με την ελληνικότητα αυτού εδώ του τόπου που έχει την τιμή να φιλοξενεί στην όλη γεωγραφική του έκταση αυτό το ιερό μοναστήρι, αυτό το σκήνωμα της Εκκλησίας, το Ιερό προσκύνημα της Παναγίας Φανερωμένης Βαθυρρύακος.

Το 12ο μ.Χ αιώνα η περιοχή είχε το όνομα Παναγιά

Πριν από όλα πρέπει να τονίσουμε ότι η ιστορία του τόπου είναι πολύ πλούσια και αξιόλογη πριν την ανεύρεση της Ιερής και Θαυματουργού εικόνος της Παναγίας της Φανερωμένης. Βρισκόμαστε σε τόπο άγιο, γιατί στα βάθη των αιώνων, κατά την περίοδο ακόμη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, πριν η περιοχή κατακτηθεί από τους Οθωμανούς Τούρκους, είχε έντονη την παρουσία της Παναγίας. Ο μεγάλος βυζαντινός χρονογράφος Καντακουζηνός αναφέρει ότι η περιοχή του Φατήρ Γιακά στην όλη περιοχή που είναι σήμερα το μοναστήρι, ο Αμπελουργικός Σταθμός, η Αίγειρος, η Μεσσούνη- παλαιά Κιρσάτζα- μέχρι σχεδόν και την σημερινή σχολή δοκίμων Αστυφυλάκων ήταν αφιερωμένη επ’ ονόματι της Παναγίας και έφερε το όνομα «Παναγία». Την μαρτυρία αυτή διασώζει ο μεγάλος Κομοτηναίος, αείμνηστος καθηγητής πανεπιστημίου, Στίλπων Κυριακίδης, καθώς επίσης και ο Κωνσταντίνος Τρεμόπουλος, οι οποίοι έγραψαν για την πόλη της Κομοτηνής και την ευρύτερη περιοχή. Σύμφωνα με τον Βυζαντινό χρονογράφο Καντακουζηνό, όλη αυτή η περιοχή είχε το όνομα Παναγιά. Αυτό προφανώς εννοεί ότι υπήρχε κάποιο ιερό προσκύνημα στην περιοχή το οποίο ήταν αφιερωμένο στο όνομα της Παναγίας. Το τσιφλίκι αυτό στην Οθωμανική περίοδο διατήρησε αυτή την ονομασία «Μητέρα Μαρία», όπως ονομάζουν την Παναγία μας οι Οθωμανοί.

Η περιοχή πεδίο σύγκρουσης Βυζαντινών και Βουλγάρων

Σύμφωνα με τον Βυζαντινό χρονογράφο Καντακουζηνό σε όλη αυτή την πεδιάδα γινόταν πολύ συχνά συγκρούσεις στρατιωτικές και πολεμικές επιχειρήσεις μεταξύ των Βυζαντινών αυτοκρατόρων και των Βουλγάρων, οι οποίοι περνούσαν την οροσειρά της Ροδόπης προς την ενδοχώρα της Θράκης για να βγουν στα παράλια, στο Θρακικό πέλαγος. Εδώ μαρτυρείται και καταγράφεται από τον Καντακουζηνό ότι έγινε η σύγκρουση του Βυζαντινού αυτοκράτορος Ανδρονίκου του Γ΄ με τον Οθωμανό ηγεμόνα της Σμύρνης και της Εφέσου Αμούρ ή Ουμούρ, ο οποίος είχε μεταφέρει τα στρατεύματά του στη λίμνη Βιστωνίδα, την λεγόμενη λίμνη Μπουρού, προκειμένου να κατακτήσει την περιοχή της Θράκης. Στην περιοχή του Φατήρ Γιακά, επειδή ήταν πεδινή, συναντήθηκαν οι δύο δυνάμεις και έγινε η νικηφόρος σύγκρουση για τα Βυζαντινά στρατεύματα, επικράτησε ο Βυζαντινός Ορθόδοξος Αυτοκράτορος Ανδρόνικος ο Γ΄ και οι οθωμανικές δυνάμεις διελύθησαν. Λέει μάλιστα με πολύ όμορφο τρόπο, όταν περιγράφει αυτή την περιοχή ο Καντακουζηνός, ότι η πολεμική εκείνη σύγκρουση έλαβε χώρα «κατά τι χωρίον», δηλαδή στην περιοχή υπήρχε χωριό. «Ευρύτερα αυτό το χωρίον και η όλη περιοχή ωνομασθέν Παναγία ό ύπτιον ήν και ομαλόν, και μάλιστα εικαιρότατον ιππείς προς πεζούς μάχεσθαι». Δηλαδή ήταν το χωριό πεδινό και μάλιστα πολύ κατάλληλο να πολεμούν το ιππικό με το πεζικό. Αυτό το καταγράφει ο Καντακουζηνός και το κυριότερο όλων είναι ότι μας διασώζει ότι όλη αυτή η πεδιάδα είχε το όνομα Παναγιά.

Κιρ Τσιφλίκ, Φατήρ Γιακά, Ορταντζή και Κιρσάτζα, τέσσερα τσιφλίκια της περιοχής

Αργότερα, επί Οθωμανοκρατορίας, σε όλη αυτή την περιοχή, από την σημερινή Ιερά Μονή Παναγίας Φανερωμένης, τον Αμπελουργικό Σταθμό και σε όλη την έκταση της σημερινής Αιγείρου, Μεσσούνης και βορειότερα αυτών, δημιουργήθηκαν τσιφλίκια τα οποία ήταν αρκετά. Το πρώτο τσιφλίκι ήταν το Κιρ Τσιφλίκ, το οποίο δεν σώζεται, αλλά ως περιοχή εκτείνετο από την Παναγία τη Φανερωμένη που σήμερα είναι το μοναστήρι και έφθανε μέχρι την Καλλίστη και το Παλλάδιο. Το δεύτερο τσιφλίκι ήταν αυτό του Φατήρ Γιακά το οποίο εκτείνονταν από το σημερινό μοναστήρι της Παναγίας Φανερωμένης, τον Αμπελουργικό Σταθμό, την περιοχή της Αιγείρου, της Μεσσούνης και έφθανε ίσαμε τα μισά του δρόμου για τη Σχολή Δοκίμων Αστυφυλάκων.
Το τρίτο τσιφλίκι ήταν αυτό του Ορταντζή, η σημερινή Αμβροσία, και το τέταρτο τσιφλίκι ήταν η Κιρσάτζα, η σημερινή Μεσσούνη.

Κιρ Τσιφλίκ και Φατήρ Γιακά δύο διαφορετικά τσιφλίκια

Στο σημείο αυτό θέλω να κάνω μια ιστορική διευκρίνιση. Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Μαρωνείας Τιμόθεος Ματθαιάκης, ο μετέπειτα Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας, γράφει ότι το Κιρ Τσιφλίκ είναι το ίδιο με το τσιφλίκι του Φατήρ Γιακά. Αυτό όμως ιστορικά δεν ευσταθεί. Άλλο το Κιρ Τσιφλίκ και άλλο το τσιφλίκι του Φατήρ Γιακά. Είναι δύο διαφορετικά τσιφλίκια. Αυτό το γράφει στο βιβλίο του ο Ηπειρώτης γιατρός Μελίρρυτος που ζούσε μόνιμα στη Μαρώνεια. Αυτός το 1870 έγραψε ένα βιβλίουπό τον τίτλο «Περιγραφή ιστορική και γεωγραφική της Θεοσώστου Επαρχίας Μαρωνείας» όπου κάνει διαχωρισμό μεταξύ του Κιρ Τσιφλίκ και του Φατήρ Γιακά.
Υπάρχει όμως και η τρίτη άποψη που λέει ότι από το Παλλάδιο μέχρι τη Μεσσούνη, όλη αυτή η περιοχή, ήταν ένα τσιφλίκι, το Κιρ Τσιφλίκ και ένα κομμάτι αυτού του τσιφλικιού ήταν και ο Φατήρ Γιακάς.

Κατά τον Μελίρρυτο εξήντα οικογένειες χριστιανών κατοικούσαν στα τέσσερα τσιφλίκια

Αυτά τα τέσσερα τα τσιφλίκια δεν είχαν εκκλησιά. Στο Κιρ Τσιφλίκ το 1870 κατοικούσαν δεκαέξι οικογένειες χριστιανοί οι οποίοι όμως δεν είχαν εκκλησία και κοινότητα. Το Ορτατζή Τσιφλίκ είχε δεκαπέντε οικογένειες Χριστιανών Ελλήνων, δεν είχε όμως ενορία οργανωμένη , ούτε εκκλησία, ούτε κοινότητα. Στο Τσιφλίκι Κιρσάτζα κατοικούσαν δεκαπέντε οικογένειες, ούτε οργανωμένη κοινότητα ούτε εκκλησία, ούτε ενορία είχαν. Στο Φατήρ Γιακά τσιφλίκι κατοικούσαν δεκαπέντε οικογένειες που επίσης δεν είχαν εκκλησία, ενορία, κοινότητα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία όλοι οι κάτοικοι των τεσσάρων τσιφλικιών, συνολικά εξήντα οικογένειες, συνεκκλησιάζονταν όπως γράφει ο ίδιος ο Μελίρρυτος, κατά τις μεγάλες χριστιανικές γιορτές μόνο σε δύο χωριά που είχαν εκκλησιά, στο Σώστη και στους Ασωμάτους. Σε αυτές τις δύο μακρινές από την περιοχή του Φατήρ Γιακά ενορίες πήγαιναν όλοι οι χριστιανοί των τεσσάρων τσιφλικιών, ώρες δρόμο, ώστε να εκκλησιασθούν Πάσχα, Χριστούγεννα, Αι Γιώργη και Δεκαπενταύγουστο.

Ονομασίες της περιοχής

Όπως είπαμε, επί Οθωμανοκρατορίας όλη η περιοχή τεμαχίστηκε σε τσιφλίκια. Στους πλούσιους αγάδες ανήκαν φιλέτα γης και αυτοί διοικούσαν την περιοχή, καλλιεργούσαν τα κτήματα και δεν επέτρεπαν φυσικά την ανέγερση εκκλησιών. Το τσιφλίκι ονομάστηκε Φατήρ Γιακά, διότι προφανώς οι Οθωμανοί από παραφθορά της λέξης Βαθυρρύαξ, Βαθύ ρυάκι, απέδωσαν την ονομασία Φατήρ Γιακά, διότι στα βόρεια της σημερινής μονής διήρχετο ο ποταμός Καρά Σου, επειδή ήταν μαύρο το νερό το ονόμασαν έτσι. Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Τιμόθεος ήταν αυτός που το 1955 άλλαξε την ονομασία και έκτοτε ονομάζεται Παναγία Φανερωμένη Βαθυρρύακος. Δεν είναι όμως η μόνη ονομασία. Υπάρχει η ονομασία Παναγία του Φατήρ Γιακά, Παναγία Φανερωμένη Βαθυρρύακος, η τρίτη ονομασία είναι Παναγία Φατρίκα και μια τέταρτη ονομασία «Παναγία Πατρίκα», που μας την διασώζει ο αείμνηστος εφημέριος του Κοσμίου που γεννήθηκε το 1886 και εκοιμήθη το 1969, ο Παπά Λάμπρος Θεολογίδης.

Εύρεση της εικόνας πριν από πεντακόσια χρόνια

Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, γιατί δεν έχουμε γραπτά μνημεία λόγου, πριν από πεντακόσια περίπου χρόνια βρέθηκε η εικόνα της Παναγίας. Άλλοι υποστηρίζουν ότι βρέθηκε πριν από τριακόσια χρόνια στην περιοχή Φατήρ Γιακά με θαυμαστό και υπερφυσικό τρόπο από Οθωμανό αγά τσιφλικά και όχι σε ορθόδοξο. Πρόκειται για τον αγά τσιφλικά του τεραστίου τσιφλικιού του Φατήρ Γιακά, ο οποίος επί τρεις νύκτες, μόνον αυτός και κανείς άλλος, έβλεπε φωτεινό όραμα μέσα στον γαλανό ουρανό της Θράκης και αυτό το φωτεινό όραμα ήταν το σημείο του Σταυρού επί της κορυφής ενός δένδρου, και συγκεκριμένα επάνω σε καραγάτσι. Δεν πίστευε στην αρχή, ώσπου κατ’ όναρ η Υπεραγία Θεοτόκος του υπέδειξε, προειδοποιώντας τον ότι δεν θα ανεχθεί την αμέλειά του, να ενημερώσει τις τοπικές εκκλησιαστικές αρχές, να ανασκάψει σε συγκεκριμένο σημείο στην ρίζα του δένδρου όπου εμφανίζονταν ο σταυρός και σε πολύ μικρό βάθος κάτω από την επιφάνεια του εδάφους θα βρει την εικόνα της. Ο αγάς υπάκουσε και ενημέρωσε τον τότε Μητροπολίτη Μαρώνειας, ανέσκαψε με τα ίδια του τα χέρια παρουσία του τότε επισκόπου και των προυχόντων της τότε Γκιουμουλτζίνας, που ήταν η πρωτεύουσα του ομώνυμου Καζά, αλλά και πολλών Οθωμανών, και ως εκ θαύματος στα χέρια του βρέθηκε η μικρή φορητή εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης, η οποία ανήκει ως αγιογραφικός βυζαντινός τύπος στην Παναγία την Βρεφοκρατούσα. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ανήκει και στην ιδιαίτερη μορφή εκείνου του αγιογραφικού τύπου Παναγιάς που είναι η Παναγία η Γλυκοφιλούσα αλλά το πιο σωστό είναι ότι είναι η Παναγία Βρεφοκρατούσα.
Το σημείο της ευρέσεως της θαυματουργού εικόνος είναι ο χώρος εντός του σημερινού Αμπελουργικού Σταθμού Αιγείρου, όπου ευρίσκεται το μικρό παρεκκλήσι της «Παναγίας των Ρόδων», όπως ονομάζεται και το οποίο ανακαινίσθηκε το 1994 με δαπάνες του Αμπελουργικού Φυτωρίου Κομοτηνής.
Το σημερινό παρεκκλήσιο είναι το ανακαινισμένο, το οποίο ανήγειραν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα δύο μεγάλοι ευεργέτες της Κομοτηνής. Αυτό το παρεκκλήσι που υπάρχει μέσα στον Αμπελουργικό Σταθμό αποτελεί το τρίτο ανακαινισμένο κτίσμα του πρώτου παρεκκλησίου που έκτισαν γύρω στα 1910 -1912 εκείνοι οι Κομοτηναίοι. Σήμερα το παρεκκλήσι ονομάζεται «Παναγιά των Ρόδων» και εκεί υπάρχει άλλη παλαιά εικόνα της Παναγίας, διαφορετική από την θαυματουργό ιστορική εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης.

Διεκδίκηση της εικόνας από τους γύρω οικισμούς και η θαυμαστή τοποθέτησή της στον Μητροπολιτικό Ναό
της Παναγίας Κομοτηνής


Όταν βρέθηκε η Ιερά εικόνα, την διεκδικούσαν πολλές ενορίες όπως του Ιάσμου, της Αμβροσίας, της Σάλπης, του Πολυάνθου και του παλαιού χωριού όπου ευρίσκεται σήμερα η Μεσσούνη, διότι η Αίγειρος δεν ήταν χωριό απλά υπήρχε το τσιφλίκι του Φατήρ Γιακά. Τη λύση την έδωσε η ίδια Παναγία διότι η διαμάχη ήταν μεγάλη. Ενώ βρέθηκε στο Φατήρ Γιακά Τσιφλίκ, ο τσιφλικάς αρχικά δεν έδινε την άδεια να κτιστεί εκκλησάκι για να φυλαχθεί η εικόνα. Επίσης, όπως προείπα, δεν υπήρχε οργανωμένη κοινότητα και υπήρχε φόβος μήπως χαθεί η εικόνα. Για αυτό ο Μητροπολίτης επειδή οι ενορίες διεκδικούσαν την εικόνα, αποφάσισε τη λύση να τη δώσει η Παναγιά. Έτσι τοποθέτησε την εικόνα σε καινούργια άμαξα που δεν είχε χρησιμοποιηθεί ξανά και μάλιστα ζωήλατη, που την έσερναν αρσενικά ζώα πλυμμένα και αγιασμένα από το δεσπότη, έντυσαν το αμάξι και αφού έκανε δέηση ο Μητροπολίτης προς τη Θεοτόκο την παρεκάλεσε αυτή να δείξει το σημείο που θα ήθελε να εγκατασταθεί μόνιμα. Η πομπή ξεκίνησε χωρίς να υπάρχει οδηγός αναβάτης (καμουτσίκης) που να κατευθύνει την άμαξα. Ξεκίνησε με το χτύπημα του δεσπότα και πήρε τη στράτα. Δεν σταμάτησε σε κανένα από τα χωριά που τη διεκδικούσαν αλλά έφθασε στην Κομοτηνή, μπροστά στον Μητροπολιτικό Ναό της Παναγίας, κοντά στην σημερινή οδό Βενιζέλου. Εκεί σταμάτησαν τα ζώα, εκεί θέλησε να εγκατασταθεί η Θεοτόκος. Το δέχθηκαν οι κάτοικοι. Ο δεσπότης τοποθετεί την εικόνα στα Άγια των Αγίων. Συνέβη όμως και κάτι άλλο θαυμαστό. Όταν έβαλαν την εικόνα επάνω στο αμάξι και τα ζώα πήραν το δρόμο επιβιβάσθηκε και η ανάπηρη και κωφάλαλη εγγονή του ιδιοκτήτη του τσιφλικιού. Αυτό έγινε μετά από παράκληση της κόρης του. Την ώρα που έφθανε η άμαξα με την Παναγία μπροστά στην εκκλησία της Παναγίας, το μικρό κορίτσι σηκώθηκε στο κάρο και φώναξε στα τουρκικά «Meri ane», Μητέρα Μαρία. Είχε βρει και τη φωνή της και σηκώθηκε στα πόδια της. Από τότε ο Οθωμανός αγάς πίστευσε και έδωσε λόγο τιμής στις εκκλησιαστικές αρχές ότι για κάθε τι που χρειάζονται για την προστασία αυτού του ιερού τόπου, θα το έχουν.

Ανέκδοτη επιστολή Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄ για την ανέγερση εκκλησίας στο τσιφλίκι «Φατήρ Γιακά»

Έκτοτε πέρασαν τα χρόνια. Οι ντόπιοι δεν ξέχασαν το θαυμαστό γεγονός. Γιορτάζονταν το γεγονός της ευρέσεως της εικόνας αλλά εκκλησία δεν υπήρχε.
Πριν από ολίγα χρόνια έφθασαν στα χέρια μας, ύστερα από μακρά έρευνα που κάναμε στους κώδικες της πατριαρχικής αλληλογραφίας στο Φανάρι, περί τα 250 ανέκδοτα έγγραφα που αναφέρονται στην εκκλησιαστική ιστορία της μητροπόλεως Μαρωνείας. Ένα από τα έγγραφα αυτά είναι μια ανέκδοτη επιστολή του έτους 1904, την οποία είχε αποστείλλει ο οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ ο Μεγαλοπρεπής (1901-1914) στον Μαρωνείας Νικόλαο. Σύμφωνα με την επιστολή αυτή, το οικουμενικό πατριαρχείο, κατόπιν του προηγουμένως υποβληθέντος σχετικού αιτήματος από τον Μητροπολίτη Νικόλαο, είχε προβεί στις δέουσες ενέργειες και είχε επιτύχει την έκδοση του υπουργικού τεσκερέ (απόφαση αδείας) από το αρμόδιο υπουργείο για την ανέγερση εκκλησίας στο τσιφλίκι «Φατήρ Γιακά» ή «Φατρίκα» με εξ ολοκλήρου δαπάνες των νέων τότε ιδιοκτητών του τσιφλικίου (σημερινό κτήμα αμπελουργικού σταθμού) Ελευθερίου Τελωνίδη και Κωνσταντίνου Σκουτέρη, οι οποίοι αγόρασαν το 1903-1904 δεκαπέντε στρέμματα από το τσιφλίκι από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, που ήταν Οθωμανός αγάς και ονομαζόταν Αμέτ Εφέντ Μποσνάκογλου, όπου περίπου στα 1910 -1912έκτισαν το πρώτο μικρό παρεκκλήσι επ’ ονόματι της Παναγίας Φανερωμένης.

Οι δύο αυτοί εν πολλοίς άγνωστοι Κομοτηναίοι ευεργέτες, όπως και πολλοί άλλοι (Λάμπρος Κομνηνός, Θεοχάρης Ζωήογλου, Μιχαήλ Σούζος, Αθανάσιος Καστάνιας, Ιωάννης Ζωίδης, Γεώργιος Σίτης, Χατζηγιώργος Τσακίρογλου, Νικόλας και Τηλέμαχος Μπάσμπας και Κυριάκος και Οδυσσέας Κούλογλου), ύστερα από την έντονη προτροπή των κατά τόπους Ελλήνων προξένων της Θράκης (Αδριανουπόλεως και Δεδέαγατς) και του τότε μητροπολίτου Μαρωνείας Νικολάου, ο οποίος εκτελούσε σχετική εντολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, είχαν αγοράσει μεγάλες εκτάσεις γης (τσιφλίκια και αγροτεμάχια) στην ύπαιθρο του καζά Γκιουμουλτζίνας, ειδικότερα πέριξ της Κομοτηνής και των Σαπών, προκειμένου οι εκτάσεις αυτές να μην περιέλθουν στα χέρια της τότε «Πανσλαβικής Εταιρείας» και των Βουλγάρων εξαρχικών, οι οποίοι επιθυμούσαν διακαώς να διεισδύσουν και εγκατασταθούν στα εσώτατα του καζά Γκουμουλτζίνας. Σημειωτέον ότι οι Βούλγαροι σχισματικοί εξαρχικοί ιερείς είχαν ήδη εισέλθει στον Καζά Γκιουμουλτζίνας από το 1900.

Από έγγραφα εκπροσώπων των υπουργείων Εξωτερικών διαφαίνεται ο τρόπος με τον οποίο οι κάτοικοι της περιοχής γιόρταζαν την Παναγιά. Το έτος 1906, ο επιθεωρητής των Ελληνικών Σχολείων Θράκης Δ. Σάρρος, αναφέρει σε έγγραφό του που απέστειλε στο υπουργείο Εξωτερικών προκειμένου να δείξει την ελληνικότητα της περιοχής τα εξής: «Το τελευταίον δε Βαθυρρύαξ, όπερ είναι κατά τα δύο τρίτα κτήμα ομογενών Ηπειρωτών, έχει αγίασμα τι, περί ο γίνεται κατ’ έτος πανήγυρις των περιοίκων μεγάλη, καθ’ ήν συλλέγονται περί τας 40 λίρας προς ίδρυσιν εκκλησίας εκεί. Έχουσι μέχρι τούδε 200 λίρας οι ιδιοκτήται του χωρίου. Δέον να επιταχυνθεί η ίδρυσις της Εκκλησίας, εν η θα εκκλησιάζωνται και πάντα τα παρ’ αυτό λοιπά υμέτερα σλαβόφωνα χωρία, άτινα περιτρέχει ο Βούλγαρος ιερεύς προς προσηλυτισμόν».

«Αναφορά – έκθεση» καθηγητή του γυμνασίου Αδριανουπόλεως Χ. Σκαλισιάνου

Ο δε καθηγητής του γυμνασίου Αδριανουπόλεως Χ. Σκαλισιάνος στην έγγραφη «Αναφορά – έκθεση», που συνέταξε το έτος 1907 για την ίδια περιοχή, γράφει: «Εν ταύτη υπάρχουσι τσιφλίκια ανήκοντα εις ημετέρους κατά το πλείστον και αγίασμα απολαύον μεγάλου σεβασμού παρά των κατοίκων των πέριξ χωρίων, έχει δε εισπραχθεί εξ αφιερωμάτων εις το αγίασμα τούτο ποσόν υπέρ τας 200 λίρας. Δια των χρημάτων τούτων, άτινα ευρίσκονται εις χείρας του εν Γκιμουλτζίνη ομογενούς Σκουτέρη, εις ου το τσιφλίκιον ευρίσκεται το αγίασμα, ηδύνατο να οικοδομηθεί εκκλησία, εις ην θα εκκλησιάζοντο οι κάτοικοι των χωρίων Ορτατζή (Αμβροσία) και Κιρσάρτζα (Μεσσούνη), Κιρ Τσιφλίκ και Φατήρ Γιακά Τσιφλίκ και συν τω χρόνω, αγοραζομένων των τσιφλικίων τούτων και ιδρυομένου μικρού ελληνικού συνοικισμού εν Βαθυρρύακι, θα κατωρθούτο δια της συνεχούς επικοινωνίας των χωριών τούτων προς την εκκλησία και τον ελληνικόν συνοικισμόν του Βαθυρρύακος, ο εξελληνισμός τούτων».

Παραχώρηση του κτήματος στον Μητροπολιτικό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κομοτηνής

Οι δύο ευεργέτες Τελωνίδης και Σκουτέρης αλλά και ο αγάς Αμέτ Μποσνάκογλου, στον οποίο ανήκε ένα μικρό τμήμα του τσιφλικιού, παρεχώρησαν το κτήμα τους στον μητροπολιτικό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κομοτηνής. Το βέβαια πάντως είναι ότι μέχρι το έτος 1907 δεν είχε ανεγερθεί το πολύ μικρό παρεκκλήσιο της Παναγίας που βλέπουμε σήμερα στο σημείο όπου ευρέθη, εντός του νυν αμπελουργικού σταθμού, η θαυματουργή εικόνα. Θα πρέπει, με κάθε επιφύλαξη να υποθέσουμε ότι το μικρό παρεκκλήσιο να ανηγέρθη στο χρονικό διάστημα 1910-1912, πριν δηλαδή από την βουλγαρική κατοχή του τότε Καζά Γκουμουλτζίνας. Το μικρό εκείνο παρεκκλήσιο ανακαινίστηκε το 1994 και σήμερα υπάρχει πανέμορφομε τον ονομασία «Παναγιά των Ρόδων» για να μας υπενθυμίζει το σημείο ευρέσεως της ιστορικής και θαυματουργού εικόνος της Παναγίας Φανερωμένης.

Λάθος η κατάληψη της περιοχής από το δημόσιο, γιατί το μοναστήρι έπρεπε να βρίσκεται εκεί που είναι η εικόνα

Το 1930 το ελληνικό δημόσιο καταλαμβάνει την περιοχή Φατήρ Γιακά και την μετατρέπει σε Αμπελουργικό Σταθμό, και παραχωρεί αντί αυτής της περιοχής στην Μητρόπολη Μαρωνείας την έκταση που βρίσκεται το σημερινό μοναστήρι της Παναγίας Φανερωμένης. Ήταν λάθος αυτό γιατί το μοναστήρι έπρεπε να βρίσκεται εκεί που βρέθηκε η εικόνα. Δεν έπρεπε να δεχθούμε κάτι τέτοιο. Κανείς όμως δεν πειράζει το πηγάδι με το αγίασμα που βρίσκεται δίπλα στο μικρό παρεκκλήσι εντός του Αμπελουργικού Σταθμού.

Το 1930 κτίζεται το νέο μοναστήρι της Παναγίας Φανερωμένης Βαθυρρύακος

Την περίοδο εκείνη ο Μητροπολιτικός Ναός και η επιτροπή αποκαταστάσεως προσφύγων που είχε την έδρα της στην Κομοτηνή προσφέρουν χρήματα και στα 1930 στο νέο σημείο της έκτασης που παραχώρησε το ελληνικό κράτος ο τότε αείμνηστος μεγάλος μητροπολίτης Μαρωνείας και Θάσου Άνθιμος ο Δ΄ κτίζει ένα μικρό ναΐσκο. Στη συνέχεια ο Μητροπολίτης Τιμόθεος (1957-1974) αποφασίζει η εικόνα να μην βρίσκεται στον Μητροπολιτικό Ναό της Κομοτηνής αλλά να μεταφερθεί στον φυσικό της χώρο. Στις 3 Ιουλίου του 1955 εγκαθίσταται η εικόνα από τον Μητροπολιτικό Ναό της Παναγίας στη σημερινή μονή Παναγίας Φανερωμένης Βαθυρρύακος με ειδική τελετή. Από τότε ξεκινά η ανοικοδόμηση της Μονής. Από εκεί και πέρα το 1960-1962 έγινε η ολοκλήρωση των κελιών που ξεκίνησε το 1958 και το 1971 κτίσθηκε το κωδωνοστάσιο. Αρχικά (1957)λειτούργησε ως ανδρικό μοναστήρι και αργότερα το 1960 γυναικεία μονή. Το 1969 έγινε και πάλι ανδρώα μονή. Το 1970 έγινε το μαρμάρινο θρονί που βρίσκεται η Παναγιά από τη δωρεά της Χριστίνας Μουρίκη στη μνήμη του συζύγου της Αναστασίου και το 1971 εγκαινιάστηκε το παρεκκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής.

Το πανηγύρι της Παναγίας Φανερωμένης Βαθυρρύακος

Μέχρι το 1930 το πανηγύρι κρατούσε μια εβδομάδα και όχι δυο μέρες, και γίνονταν στον Αμπελουργικό σταθμό όπου δεκάδες εκατοντάδες, χιλιάδες λαού, από την Ξάνθη από την Αλεξανδρούπολη και από όλο το νομό Ροδόπης έρχονταν και επί επτά μέρες τιμούσαν και προσκυνούσαν την Παναγία Φανερωμένη στα εννιάμερά της. Κατασκήνωναν, νήστευαν, κοινωνούσαν, μαγείρευαν γλεντούσαν την ημέρα της γιορτής της. Στα 1971 ο Μέγας Υμνογράφος του Οικουμενικοιύ Πατριαρχείου Μοναχός Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης κατά παράκληση του τότε Μαρωνείας Τιμοθέου έγραψε και παρακλητικό κανόνα για την Παναγία Φανερωμένη όπου μέσα στα τροπάρια διαβάζουμε ότι και από Μακεδονία και ήπειρο έρχονται οι πιστοί και προσκυνούν την Φανερωμένη Παναγία του Φατήρ Γιακά, Χριστιανοί και Οθωμανοί, οι οποίοι πεζοπορούντες από όλα τα σημεία του νομού έρχονται για να προσκυνήσουν στην Υπέρμαχο Στρατηγό του Γένους. Οι Οθωμανοί μάλιστα θυμούνται ότι η Παναγία από Οθωμανό αγά ανευρέθη και θεραπεύτηκε η εγγονή του και θεωρούν τιμή να προσέλθουν στη χάρη της.

Διατελέσαντες ηγούμενοι στη Μονή 

Ηγούμενοι στη Μονή διετέλεσαν ο αείμνηστος Κομοτηναίος Αρχιμανδρίτης Τιμόθεος Ελευθερίου, ο Κομοτηναίος Αρχιμανδρίτης Γεννάδιος που αυτή τη στιγμή βρίσκεται στην Μητρόπολη Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας, ο αείμνηστος Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Καραμανάκος και τώρα ηγουμενεύων είναι ο αρχιμανδρίτης Προκόπιος. Όλοι αυτοί συνέβαλαν με πρώτο τον Μαρωνείας Τιμόθεο για να φθάσει το μοναστήρι στη σημερινή μορφή του.

Συνεχής και φανερή η παρουσία της Παναγιάς στη Θράκη

Πολλά είναι τα καταγεγραμμένα και ομολογημένα θαύματα με πρώτο εκείνο που σχετίζεται με τις γυναίκες που αντιμετωπίζουν προβλήματα τεκνοποιίας, οι οποίες αποκτοούν παιδιά. Μου έλεγε και το καταθέτω στη μνήμη του ο αείμνηστος Χρυσόστομος Καραμανάκος ότι πολλές φορές μετά τον εσπερινό κλείδωνε το μοναστήρι και πήγαινε στο κελί του. καιΜετά από λίγη ώρα έβγαινε έξω, έβλεπε αναμμένα τα φώτα και αναρωτιόταν ποιος τα άναψε. Μέσα υπήρχαν προσκυνητές. Μου έλεγε ότι η Παναγιά δεν ήθελε να αφήσει έξω από το ναό της αυτούς που με αγάπη πήγαν να προσκυνήσουν και ήθελαν να ανάψουν ένα κεράκι στη χάρη της. Λέγεται ότι κυρίως όταν έρχονταν πλημμύρες η καμπάνα χτυπούσε πριν απόμέρες. Πολλές φορές οι ίδιοι οι πιστοί του έλεγαν ότι μπήκαν και άναψαν κερί και απορούσε πώς έγινε αυτό αφούη πόρτα ήταν κλειδωμένη. Φανερωμένη η Παναγιά, συνεχής και φανερή η παρουσία της μέσα στον τόπο μας στον ευλογημένη Θράκη μας.

Το 1974 όταν έγινε η επιστράτευση ,οι φαντάροι διέρχονταν την περιοχή από τα καύσιμα της Καλλίστης μέχρι τις μεγάλες μονάδες της Κομοτηνής. Περνά το μικρό τζιπάκι με έξι φαντάρους από τον παλιό δρόμο μπροστά από την κεντρική πύλη της Μονής και βλέπουν μια μεσήλικα γυναίκα γύρω στα 60, μη ξεχνάτε ότι η Παναγία εκοιμήθη 59 ετών, μαυροφορούσα. Η επιβλητική αυτή γυναίκα σήκωσε το χέρι της και οι φαντάροι θεώρησαν ότι ήταν καλόγρια και σταμάτησαν. Τη ρώτησαν τι θέλει. Της είπαν μάλιστα ότι δεν μπορούσαν να την πάρουν γιατί ήταν σε επιστράτευση. Η Παναγία υπομειδίασε και τους είπε ότι ούτε πόλεμος θα γίνει, ούτε κακό στην Ελλάδα, αλλά ακόμα και να γίνει πόλεμος, «τη Θράκη εγώ την έχω έτσι δεμένη και σκεπασμένη που εχθρού και αλλόθρησκου το πόδι δεν θα την πάρει ποτέ. Ο τόπος αυτός Παναγία εστί». Να η μαρτυρία του Βυζαντινού Καντακουζηνού που έλεγε ότι ο τόπος αυτός ονομαζόταν Παναγία. Οι φαντάροι έφυγαν και λίγο αργότερα, όταν είδαν από τον καθρέπτη του αυτοκινήτου, η γυναίκα είχε χαθεί.

Εκεί που βρέθηκε η Παναγία η Φανερωμένη εκεί θέλησε να μείνει

Ένα τελευταίο που θα ήθελα να πω είναι ότι συγχέει ο κόσμος την εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης με την εικόνα που βρίσκεται στο παρεκκλήσιο του Αμπελουργικού Σταθμού. Αναφέρουν εσφαλμένα ότι, όταν την έπαιρναν από τον Μητροπολιτικό Ναό και την πήγαιναν στο Μοναστήρι, η εικόνα γύριζε πίσω. Δεν είναι η εικόνα της Φανερωμένης που γύριζε πίσω, αλλά η εικόνα που βρίσκεται εντός του Αμπελουργικού Σταθμού στο μικρό παρεκκλήσι. Η θαυματουργή εικόνα από το 1955 που εγκαταστάθηκε στο νέο μοναστήρι δεν μετακινήθηκε. Η εικόνα της Παναγιάς που γύριζε πίσω είναι αυτή που βρίσκεται στο προσκυνητάρι μέσα στον Αμπελουργικό σταθμό η Παναγία των Ρόδων. Αυτή όντως προσπάθησαν να την πάρουν από το παρεκκλήσιο και να την τοποθετήσουν στο νέο μοναστήρι. Μέρα την πήγαιναν και τη νύχτα ένα φως έφευγε από το μοναστήρι και κατευθύνονταν στον Αμπελουργικό Σταθμό. Το πρωί έβρισκαν την εικόνα στο μικρό παρεκκλήσι. Τρεις φορές έγινε αυτό, ώσπου ο Μαρωνείας Τιμόθεος είπε ότι η Παναγία των Ρόδων «εδώ θέλει να μείνει. Ας την αφήσουμε στο μικρό παρεκκλήσι, γιατί δεν επιθυμεί να αλλάξει τον τόπο της. Και μέχρι σήμερα παραμένει εκεί στο προσκυνητάρι στο εκκλησάκι του Αμπελουργικού Σταθμού που οι γιαγιάδες της Αιγείρου το παρομοίαζαν πριν ανακαινισθεί με μικρό φούρνο. Σε αυτό το μικρό φούρνο σώζεται η Παναγιά των Ρόδων μια μικρή φορητή εικόνα. Εκεί που βρέθηκε η Φανερωμένη.

Υ.Γ.: Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο του αείμνηστου Μητροπολίτη Μαρωνείας-Κομοτηνής Τιμόθεου Ματθαιάκη, “Ιερά Μονή Παναγίας Φανερωμένης Βαθυρρύακος (Φατήρ Γιακά)”, 1972.


Συντάκτης:Άννα Πατρωνίδου 
παρατηρητής Θράκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου