Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

To Συναξάριο της εορτής των Εισοδίων.


(Aπό το Μηνιαίο του Νοεμβρίου)
Ένδον τρέφει σε Γαβριήλ Nαού Kόρη,
Ήξει δε μικρόν και το χαίρε σοι λέξων.
Bη Iερόν Mαρίη τέμενος παρά εικάδι πρώτη.

+ H εις τον νομικόν Nαόν της κυρίας Θεοτόκου Eίσοδος, επροξένησεν εις τους Oρθοδόξους Xριστιανούς εορτήν θαυμαστήν και παγκόσμιον.
Eπειδή και έγινεν αύτη με παράδοξον τρόπον, και είναι ένα προοίμιον του μεγίστου και φρικτού μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου.
Tο οποίον διά μέσου της Θεοτόκου έμελλε να γένη εις τον κόσμον. Έλαβε δε την αφορμήν η εορτή των Eισοδίων διά την υπόθεσιν ταύτην.
H παναοίδιμος Άννα, επειδή όλην σχεδόν την ζωήν της επέρασε στείρα χωρίς να γεννήση παιδίον, τούτου χάριν παρεκάλει τον Δεσπότην της φύσεως ομού με τον άνδρα της Iωακείμ, να χαρίση εις αυτούς τέκνον. Kαι αν επιτύχουν του ποθουμένου, ευθύς να αφιερώσουν εις τον Θεόν το γεννηθέν παιδίον.
Kαι λοιπόν εγέννησε παραδόξως την πρόξενον γενομένην της σωτηρίας του γένους των ανθρώπων, την καταλλαγήν και φιλίωσιν του Θεού μετά των ανθρώπων, την αιτίαν της αναπλάσεως του πεσόντος Aδάμ, και της τούτου εγέρσεως και θεώσεως. Aυτήν λέγω την Yπεραγίαν και Δέσποιναν Θεοτόκον Mαρίαν. Όθεν όταν αύτη έγινε τριών χρόνων, επήραν αυτήν οι γονείς της, και επρόσφεραν κατά την σημερινήν ημέραν εις τον Nαόν.
Kαι πληρούντες τας υποσχέσεις οπού έκαμαν, αφιέρωσαν την θυγατέρα αυτών εις τον χαρισάμενον ταύτην Θεόν. Kαι παραδίδουσιν αυτήν εις τους ιερείς, και μάλιστα εις τον τότε Aρχιερέα Ζαχαρίαν. O οποίος ταύτην παραλαβών, έμβασε μέσα εις το ενδότατον του Nαού, όπου μόνος ο Aρχιερεύς μίαν φοράν τον χρόνον εισήρχετο. Kαι τούτο εποίησε κατά βούλησιν Θεού, όστις έμελλε μετά ολίγον να γεννηθή εξ αυτής, διά την διόρθωσιν και σωτηρίαν του κόσμου.
Eκεί λοιπόν η Παρθένος διέμεινε χρόνους δώδεκα, τρεφομένη μεν ξενοπρεπώς από τον Aρχάγγελον Γαβριήλ με τροφήν ουράνιον. Aξιουμένη δε της του Θεού εμφανείας, έως ότου επλησίασεν ο καιρός του θείου Eυαγγελισμού, και των ουρανίων και υπερφυσικών εκείνων μηνυμάτων. Tα οποία εμήνυον, ότι ο Θεός ευδόκησε να σαρκωθή από αυτήν φιλανθρώπως, διά να αναπλάση τον φθαρέντα κόσμον υπό της αμαρτίας. Tότε γαρ η Θεοτόκος εξελθούσα από τα Άγια των Aγίων, παρεδόθη εις τον μνήστορα Iωσήφ1, ίνα εκείνος υπάρχη φύλαξ και μάρτυς της παρθενίας αυτής. Kαι ίνα υπηρετήση, τόσον εις τον άσπορον τόκον της, όσον και εις την φυγήν την εις Aίγυπτον, και εις την απ’ εκείνης επάνοδον εις γην Iσραήλ.
(Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη)

Η δημιουργία της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου.

Από το βιβλίο «Οι Θεομητορικές εορτές στη λατρεία της Εκκλησίας» του Γεωργίου Ν. Φίλια

Το κατά την 21η Νοεμβρίου εορταζόμενο γεγονός των Εισοδίων της Θεοτόκου στο ναό αποτελεί μία ακόμη θεομητορική εορτή, η οποία εμφανίστηκε σταδιακώς και δι’ ορισμένων συγκυριών. Τα γεγονότα της εορτής δεν μαρτυρούνται στα Ευαγγέλια, μνημονεύει δε αυτά το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, στο οποίο περιγράφεται πως η Παρθένος οδηγήθηκε από το τρίτο έτος της ηλικίας της στο ναό όπου και έμεινε ως το δωδέκατο έτος. Όπως διαπιστώθηκε και περί των υπολοίπων θεομητορικών εορτών, τα Εισόδια ήσαν γνωστά ως γεγονός στην εκκλησιαστική παράδοση προφανώς από τους αποστολικούς χρόνους, εορτή όμως εις ανάμνηση του γεγονότος αυτού δεν μαρτυρείται κατά τους πέντε πρώτους αιώνες.
Μία σειρά γεγονότων συνεργούν στη διαμόρφωση της εορτής. Το πρώτο και βασικό γεγονός είναι η ανέγερση από τον Ιουστινιανό Α’ (527-565) στα Ιεροσόλυμα μιας μεγαλοπρεπούς βασιλικής η οποία ονομάστηκε «Νέα Εκκλησία» ή «Αγία Μαρία η Νέα». Ο ναός αυτός κτίσθηκε στη νότια πλευρά του ναού του Σολομώντος, πάνω στην κορυφή του λόφου «Μορία». Γνωρίζουμε ότι στις 20 Νοεμβρίου του 543 εγκαινιάσθηκε η «Νέα Εκκλησία». Δεν πρέπει να παραθεωρείται το γεγονός ότι η Ιεροσολυμιτική Εκκλησία απέκτησε ιδιαίτερη αίγλη μετά την ανακήρυξη των Ιεροσολύμων σε Πατριαρχείο το 455. την ίδια εποχή ακμάζει ο παλαιστινός μοναχισμός (αγ. Σάββας, Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης, Μέγας Ευθύμιος), εντός του οποίου αναπτύχθηκε ιδιαίτερη τιμή προς το πρόσωπο της Θεοτόκου. Οι παράμετροι αυτές είναι σημαντικές για να κατανοήσουμε το γεγονός εμφανίσεως της εορτής των Εισοδίων.
Αρκετοί μελετητές πιστεύουν ότι η ημερομηνία των εγκαινίων του ναού υπήρξε η αφορμή για τον καθορισμό της εορτής των Εισοδίων, δεδομένης της γειτνιάσεως της «Νέας Εκκλησίας» με το Ναό του Σολομώντος, όπου έλαβαν χώρα τα γεγονότα των Εισοδίων της Θεοτόκου. Ο ημερολογιακός συνδυασμός των δύο γεγονότων είναι εύλογος, εάν μάλιστα λάβουμε υπόψη την από των πρώτων αιώνων υφισταμένη τιμή προς τη Θεοτόκο και τα γεγονότα της ζωής της, η οποία (τιμή) «αναζητούσε» χρονική ευκαιρία θεσμοθετήσεως εορτών. Πότε, όμως η ημερομηνία των εγκαινίων απετέλεσε το έναυσμα καθορισμού της ημερομηνίας των Εισοδίων; Υπήρξε συνεορτασμός των δύο γεγονότων, ή η εορτή των Εισοδίων διαδέχθηκε και υπεκατέστησε την εορταστική ανάμνηση των εγκαινίων; Στα ερωτήματα αυτά δεν υπάρχει σαφής απάντηση. Και νε μεν ο Σωφρόνιος Ιεροσολύμων δεν μνημονεύει την ύπαρξη της εορτής σε Ομιλία του στον Ευαγγελισμό το 634, το γεγονός όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η εορτή των Εισοδίων δεν υφίστατο.
Γνωρίζουμε ότι ο ναός του Ιουστινιανού μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος από τους Άραβες το 638. Ας θεωρηθεί νόμιμο να συμπεράνουμε ότι, όταν πλέον παύει να υφίσταται κάποιος ναός, τότε χάνεται και η ανάμνηση των εγκαινίων του. Εάν το όλο σκεπτικό ευσταθεί, μετά το 638 επισυμβαίνει η υποκατάσταση της εορτής των εγκαινίων με την εορτή των Εισοδίων, τα οποία (Εισόδια) καθορίζονται ημερολογιακώς μία μέρα μετά την ημερομηνία των εγκαινίων, επομένως στις 21 Νοεμβρίου. (Το ίδιο συνέβη με την περίπτωση των εγκαινίων του επί του Παναγίου Τάφου ναού-13 Σεπτεμβρίου– η ανάμνηση των οποίων αντικαταστάθηκε από την εορτή της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου.)
Πρέπει επομένως να συμπεράνουμε ότι η εορτή των Εισοδίων υφίσταται στα Ιεροσόλυμα το 685, όταν ο Ανδρέας Κρήτης υπήρξε ο εισηγητής της εορτής στην Κωνσταντινούπολη. Εύλογο, επίσης, είναι το συμπέρασμα ότι ο Ανδρέας Κρήτης υπήρξε ο εισηγητής της εορτής στην Κωνσταντινούπολη, με δεδομένη μάλιστα την επισήμανση του Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως (αρχές 8ου αιώνα) ότι η εορτή των Εισοδίων ήταν «αρτιύμνητη», δηλαδή νεοσύστατη.
Το χρονολογικό διάγραμμα εξελίξεως της εορτής διαφαίνεται πλέον σαφές: τον 6ο αιώνα στα Ιεροσόλυμα εγκαινιάζεται (στις 20 Νοεμβρίου του 543) ο ναός της «Νέας Εκκλησίας» από τον Ιουστινιανό και η ανάμνηση των εγκαινίων συνιστά ετήσια εορτή. Όταν όμως, ένα αιώνα αργότερα ο ναός μετατρέπεται σε μουσουλμανικό τέμενος, η ανάμνηση των εγκαινίων του χάνεται και στη θέση της εορτής αυτής τίθεται η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, με μεταβολή της ημερομηνίας κατά μία ημέρα (21 Νοεμβρίου) προς διάκριση των δύο εορτών. Δύο παράμετροι συνέβαλλαν στην τελική αυτή εορτολογική διαμόρφωση: η συνήθεια να καθορίζονται εορτές (Δεσποτικές ή Θεομητορικές) σε ημερομηνίες εγκαινίων ναών και η γειτνίαση του ναού του Ιουστινιανού με το ναό των Εισοδίων (το ναό του Σολομώντος). Τοιουτοτρόπως, η παλαιά ιεροσολυμιτική παράδοση περί τιμής των θεομητορικών γεγονότων έφθασε σε εορτολογική διαμόρφωση ως προς το γεγονός των Εισοδίων (7ος αιώνας), καθιστώντας τα Ιεροσόλυμα-για μία ακόμη φορά-λίκνο γενέσεως μίας θεομητορικής εορτής. Ο Ανδρέας Κρήτης είναι προφανώς, εκείνος ο οποίος μετέφερε εκ των Ιεροσολύμων την εορτή στην Κωνσταντινούπολη περί τα τέλη του 7ου αιώνα, ο δε περί τας αρχάς του 8ου αιώνα συγγράφων Γερμανός Α’ Κωνσταντινουπόλεως επιβεβαιώνει το γεγονός.
Η θεσμοθέτηση μίας εορτής δεν σημαίνει ταυτοχρόνως και τη διάδοση και παγίωση της στην εορτολογική συνείδηση της Εκκλησίας. Το ίδιο συνέβη και με την εορτή των Εισοδίων: η περαιτέρω ανάπτυξή της σημειώνεται μετά τον 9ο αιώνα, η δε οριστική και καθολική επικράτησή της επισυμβαίνει το 12ο αιώνα, όταν ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α’ Κομνηνός (1143 - 1180) την καθιερώνει ως ημέρα αργίας.
Στη Δύση, η θεσμοθέτηση της εορτής καθυστέρησε ακόμα περισσότερο σε σχέση με την Ανατολή. (Στη Δύση οι διηγήσεις των Αποκρύφων αντιμετώπισαν πολύ μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα απ’ ότι στην Ανατολή. Αυτό, ίσως, ερμηνεύει και την επιφυλακτικότητα περί των γεγονότων των Εισοδίων, μαρτυρουμένων μόνο στην απόκρυφη πηγή του Πρωτευαγγελίου του Ιακώβου.) Εμφανίστηκε μεν μεμονωμένως κατά τους 10ο και 11ο αιώνα, η εισαγωγή της όμως στο εορτολόγιο της δυτικής Εκκλησία πραγματοποιήθηκε το 14ο αιώνα. Την εποχή ακριβώς εκείνη, ο πρεσβευτής του βασιλέως της Γαλλίας Καρόλου στην Κύπρο, ο Γάλος ευγενής Φίλιππος de Mezieres, άνδρας ευλαβούμενος εξαιρετικά τη Θεοτόκο και γνώστης της ανατολικής παραδόσεως περί της εορτής, ενημέρωσε τόσο τους επισκόπους της δυτικής Εκκλησίας, όσο και τον ίδιο το βασιλέα Κάρολο (στην Αβινιόν της Γαλλίας) περί της τελέσεως της εορτής στην ανατολική Εκκλησία, ο δε Κάρολος εισηγήθηκε και επέτυχε την από τον Πάπα Γρηγόριο ΙΑ’ (1371 - 1378) επίσημη θεσμοθέτηση της εορτής στη Δύση. Το 1372 εορτάσθηκαν επισήμως για πρώτη φορά στη δυτική Εκκλησία τα Εισόδια της Θεοτόκου.

ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Όταν η Θεοτόκος εισήλθε στα Άγια των Αγίων, ο χρόνος προετοιμασίας και δοκιμασίας της Παλαιάς Διαθήκης πήρε τέλος και σήμερα εορτάζουμε τους αρραβώνες του Θεού με την ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό η Εκκλησία αγάλλεται και προτρέπει όλους τους φίλους του Θεού να αποσυρθούν κι αυτοί στον ναό της καρδιάς τους για να προετοιμάσουν την έλευση του Κυρίου με τη σιωπή και την προσευχή, απομακρυνόμενοι από τις απολαύσεις και τις μέριμνες του κόσμου.
Όταν το άγιο και πανάχραντο τέκνο που ο Θεός εχάρισε στο ανθρώπινο γένος —το προ πολλού στείρο εξαιτίας της αμαρτίας, των παθών και του θανάτου— έφθασε στην ηλικία των δύο χρόνων, ο πατέρας του Ιωακείμ είπε στη σύζυγό του: «Ας το οδηγήσουμε στον Ναό του Κυρίου, για να εκ-πληρώσουμε την υπόσχεση που εδώσαμε να το αφιερώσουμε από τρυφερή ηλικία στον Παντοδύναμο». Η Άννα, όμως, απάντησε: «Ας περιμένουμε να γίνει τριών ετών, γιατί μπορεί να ζητά τον πατέρα και τη μητέρα της, και να μη μείνει στον Ναό του Κυρίου».
Όταν το παιδί έγινε τριών ετών, οι γονείς του αποφάσισαν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους και να προσφέρουν το τέκνο τους στον Ναό. Ο Ιωακείμ κάλεσε τότε κόρες Εβραίων από καθαρή φυλή να το συνοδεύσουν στον Ναό προπορευόμενες με αναμμένες λαμπάδες, έτσι ώστε το φως να τραβήξει το ενδιαφέρον του παιδιού και να μη μπει αυτό στον πειρασμό να στραφεί πίσω προς τους γονείς του. Η πάναγνος Παρθένος όμως, υπό του Θεού εκ γενετής υψωθείσα σε βαθμό αρετής και αγάπης των ουρανίων πραγμάτων ανώτερο από κάθε άλλο πλάσμα, όρμησε τρέχοντας προς τον Ναό. Πέρασε μπροστά από τις παρθένες της συνοδείας της και δίχως ένα βλέμμα για τον κόσμο ρίχθηκε στην αγκαλιά του αρχιερέα Ζαχαρία που την περίμενε στον πρόναο συνοδευόμενος από τους πρεσβυτέρους. Ο Ζαχαρίας την ευλόγησε, λέγοντας: «Ο Κύριος εδόξασε το όνομά σου σε πάσα γενεά. Στο πρόσωπο σου θα αποκαλύψει κατά τις έσχατες ημέρες τη Λύτρωση που ετοίμασε για τον λαό Του». Και πράγμα ανήκουστο για τους ανθρώπους της Παλαιάς Διαθήκης, εισήγαγε το παιδί στα Άγια των Αγίων, όπου μόνον ο αρχιερέας μπορούσε να εισέλθει μία φορά, τον χρόνο κατά την εορτή του Εξιλασμού. Το έβαλε να καθήσει στο τρίτο σκαλί του θυσιαστηρίου και η Χάρη του Κυρίου από τότε την επεσκίασε. Σηκώθηκε και άρχισε να χορεύει για να δείξει τη χαρά της. Όσοι ήταν εκεί παρόντες εθαύμασαν τούτο το θέαμα που υποσχόταν μεγάλα θαύματα τα οποία ο Θεός επρόκειτο σύντομα να πραγματοποιήσει στο πρόσωπο της.
Έχοντας έτσι εγκαταλείψει τον κόσμο, τους γονείς της και κάθε δεσμό με τα αισθητά πράγματα, η αγία Παρθένος παρέμεινε στον ναό μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών. Φθάνοντας λοιπόν σε ηλικία γάμου, οι ιερείς και οι πρεσβύτεροι φοβήθηκαν μήπως μολύνει το άδυτο και την εμπιστεύθηκαν στον αγνό Ιωσήφ που ήταν χήρος, για να διαφυλάξει την παρθενία της, παρουσιαζόμενος ως μνηστήρας της. Κατά τα εννέα αυτά χρόνια, η Παναγία τρεφόταν με τροφή πνευματική που της έφερνε άγγελος Κυρίου. Διήγε βίο ουράνιο, ανώτερο εκείνου των προπατόρων μας στον Παράδεισο. Δίχως μέριμνες, δίχως πάθη, έχοντας ξεπεράσει τις ανάγκες της φύσεως και την τυραννία των ηδονών, δεν ζούσε παρά μόνον για τον Θεό, με τον νου της προσηλωμένο κάθε στιγμή στη θεωρία του κάλλους Του. Προσευχόμενη αδιαλείπτως και επαγρυπνώντας στον εαυτό της, η αγία παιδίσκη κατόρθωσε κατά την παραμονή της στον Ναό να καθαρίσει την καρδιά της, έτσι ώστε να γίνει ακηλίδωτος καθρέπτης, όπου ανταυγάζεται η δόξα του Θεού. Φόρεσε τη λαμπρή στολή των αρετών, ως μελλόνυμφη, για να προετοιμασθεί για την εν αυτή έλευση του θείου Νυμφίου Χρίστου. Κατόρθωσε τέτοια τελειότητα, που συνόψισε στο πρόσωπο της όλη την αγιότητα του κόσμου και, ομοιωθείσα διά της αρετής με τον Θεό, προσείλκυσε τον Θεό να «ομοιωθεί» διά της Ενανθρωπήσεως με τους ανθρώπους.
Από τα βάθη του αδύτου, όπου εισήλθε σε ηλικία που τα άλλα παιδιά αρχίζουν να μαθαίνουν, η Παναγία άκουε κάθε Σάββατο τα αναγνώσματα του Νόμου και των Προφητών που απευθύνονταν στον λαό στο κοινό τμήμα του Ναού. Με τη διάνοια της οξυμμένη από την ησυχία και την προσευχή, έφθασε έτσι στη γνώση του βαθύτερου νοήματος των μυστηρίων των Γραφών. Ζώντας εν μέσω αγίων μυστηρίων και θεωρώντας την ίδια της την αγνότητα, κατανόησε ποιο ήταν το σχέδιο του Θεού καθ' όλη την ιστορία του περιούσιου λαού Του. Διέγνωσε ότι όλος αυτός ο χρόνος ήταν αναγκαίος για να ετοιμάσει ο Θεός μία μητέρα στους κόλπους της αποστάτιδος αυτής ανθρωπότητος και ότι αυτή, παιδίον άγιο που διάλεξε ο Θεός, έπρεπε να γίνει ο αληθινός, ζών Ναός της θεότητος. Τοποθετημένη στα Άγια των Αγίων, όπου φυλάσσονταν τα τεκμήρια της επαγγελίας του Θεού, η Παρθένος αποκάλυπτε ότι τα σύμβολα και οι προτυπώσεις έπρεπε να εκπληρωθούν στο πρόσωπό της. Αύτη η ίδια ήταν το Άδυτο, η Σκηνή του Λόγου του Θεού, η Κιβωτός της Καινής Διαθήκης, η Στάμνος η φέρουσα το εξ ουρανού μάννα, η βλαστήσασα Ράβδος του Ααρών, η Πλάξ του Νόμου της Χάριτος. Σε αυτή φανερώνονται οι σκοτεινές προφητείες: είναι η Κλίμαξ που ενώνει τη γη με τον ουρανό, την οποία είδε στο όνειρό του ο πατριάρχης Ιακώβ, η Στήλη νεφέλης που αποκαλύπτει τη δόξα του Θεού, η κούφη Νεφέλη του προφήτη Ησαΐα, το αλατόμητο Όρος του Δανιήλ, η κλειστή Πύλη του Ιεζεκιήλ διά της οποίας ο Θεός ήρθε να επισκεφθεί τους ανθρώπους, η ζώσα και εσφραγισμένη Πηγή που αναβλύζει εντός μας τα ύδατα της αιώνιας ζωής. Θεωρώντας πνευματικώς τα θαύματα τούτα που επρόκειτο να λάβουν χώρα στο πρόσωπο της, δίχως ακόμη να κατανοεί σαφώς πως θα πραγματοποιούνταν, η Παναγία ανέπεμψε την προσευχή και μεσιτεία της προς τον Θεό με μεγαλύτερη ακόμη ένταση, για να σπεύσει ο Κύριος να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του και να σώσει το ανθρώπινο γένος ερχόμενος να κατοικήσει μεταξύ των ανθρώπων.
Όταν η Θεοτόκος εισήλθε στα Άγια των Αγίων, ο χρόνος προετοιμασίας και δοκιμασίας της Παλαιάς Διαθήκης πήρε τέλος και σήμερα εορτάζουμε τους αρραβώνες του Θεού με την ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό η Εκκλησία αγάλλεται και προτρέπει όλους τους φίλους του Θεού να αποσυρθούν κι αυτοί στον ναό της καρδιάς τους για να προετοιμάσουν την έλευση του Κυρίου με τη σιωπή και την προσευχή, απομακρυνόμενοι από τις απολαύσεις και τις μέριμνες του κόσμου.

Από το Νέο Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τομ. 3ος, εκδ. Ίνδικτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου