Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου για τα Εισόδια της Θεοτόκου


Παρακάτω ακολουθεί κείμενο του  Μακαριωτάτου  Αρχιεπισκόπου  Κύπρου  κ. Χρυσοστόμου με την ευκαιρία της λαμπρής εορτής των Εισοδίων της Υπεραγίας Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων του Ναού των Ιεροσολύμων.
"Είναι  γνωστό  από  τήν  Ιερή  Παράδοση  τής  Εκκλησίας  μας,  ότι  η  Υπεραγία  Θεοτόκος,  αφού  συμπλήρωσε  το  τρίτο  έτος  τής  ηλικίας  της,  οδηγήθηκε  από  τούς  αγίους  γονείς  της,  τόν  Ιωακείμ  και  τήν  Άννα,  «αποπληρούσα  πατρώαν  επαγγελίαν»,  στο  Ναό  τών  Ιεροσολύμων.
Εκεί,  συνοδευόμενη  από  λαμπαδηφορούσες  παρθένες,  παραδόθηκε  «ως  τριετίζουσα  δάμαλις»  στόν  ιερέα  Ζαχαρία,  τόν  πατέρα  του  Τιμίου  Προδρόμου,  ως  αφιέρωμα  ευγνωμοσύνης  στο Θεό.
Στο  Ναό  παρέμεινε  η  Θεοτόκος  μέχρι  τήν  ηλικία  τών  δεκαπέντε  ετών  και,  κατά  τόν  Άγιο  Γρηγόριο  τόν  Παλαμά,  «άγγελος  έφερεν (σε αύτήν τροφήν),  αφού  έζη  μίαν  ζωήν,  ωσάν  εις  τόν  Παράδεισον...  μίαν  ζωήν  αφρόντιστον,  απερίσπαστον,  λύπης  αμέτοχον,  ανωτέραν  τών  παθών  και  υψηλοτέραν  πάσης  οδυνηράς  ηδονής·  έζη  μόνω  τω  Θεώ·  εβλέπετο  από  μόνον  τόν  Θεόν...  και  εις  τόν  Θεόν  μόνον  ήτο  αφιερωμένη».
Έτσι,  «...εξ  απαλών  ονύχων  ηνώθη  με  τόν  Θεόν  δια  τής  ιεράς  ησυχίας.  Επειδή  μοναχή  αυτή  από  όλους  από  τόσον  μικρόν  παιδίον  υπέρ  φύσιν  ησύχασε, και  μοναχή  αυτή  τόν  Θεάνθρωπον  Λόγον  απειράνδρως  εκυοφόρησεν»  (Μετάφραση  Αγ.  Νικοδήμου  του  Αγιορείτου).
Η  είσοδος,  λοιπόν,  τής  Κυρίας  Θεοτόκου  στο  νομικό  Ναό,  εορτάζεται  από  τήν  Αγία  μας  Εκκλησία  ως  τα  Εισόδια  τής  Θεοτόκου,  τα  οποία  προέβλεψε  ο  προφητάναξ  Δαβίδ,  λέγοντας:  «Απενεχθήσονται  τω  Βασιλεί  παρθένοι  οπίσω  αυτής,  αι  πλησίον  αυτής  απενεχθήσονταί  σοι·  απενεχθήσονται  εν  ευφροσύνη  και  αγαλλιάσει,  αχθήσονται  εις  ναόν  Βασιλέως»  (Ψαλμ.  μδ ,  15  16).
Τα  Εισόδια  τής  Θεοτόκου  στο  Ναό  τών  Ιεροσολύμων,  μάς  δίνουν  τήν  αφορμή  να  επισημάνουμε  κάποια  άλλα  «εισόδια»  σε  κάποιους  άλλους  «ναούς»,  τα  οποία  αλληλοδιαδόχως  συνέβαλαν  και  συμβάλλουν  στήν  πραγματοποίηση  του  σκοπού  τής  ζωής  μας,  δηλαδή  τόν  αγιασμό  και  τήν  εν  Χριστώ  σωτηρία  μας.
Η  λέξη  ναός  προέρχεται  από  το  αρχαίο  ρήμα «ναίω»,  που  σημαίνει  κατοικώ.  Επομένως,  ναός  σημαίνει  κατοικία.
Πρίν  τα  Εισόδια  τής  Παναγίας  μας  στο  νομικό  Ναό,  προηγήθηκαν  τα  εισόδια  του  Θεού  σ’  αυτόν,  κατά  τόν  λόγο  Του  στο  Λευϊτικό:  «Και  θήσω  τήν  σκηνήν  μου  (κατοικίαν) εν  υμίν, και ου βδελύξεται η ψυχή μου υμάς,  και  εμπεριπατήσω  εν  υμίν·  και  έσομαι  υμών  Θεός, και  υμείς  έσεσθέ  μοι  λαός»  (κεφ. κστ , 11  12).
«Αλήθεια, είναι  δυνατόν  να  κατοικήσει  ο  Θεός  μαζί  με  τούς  ανθρώπους  στη  γη;  Εάν  ο  ουρανός  και  ο  ουρανός  του  ουρανού  δέν  σου  αρκούν (ως  κατοικία),  πώς  είναι  δυνατόν  να  σου  αρκεί  αυτός  ο  οίκος  που  οικοδόμησα  “εν  τω  ονόματί  σου”;»,  αναρωτήθηκε  ο  βασιλιάς  Σολομών  τήν  ώρα  που  εγκαινίαζε  το  μεγαλοπρεπή  Ναό  στα  Ιεροσόλυμα.
Και  συνέχισε, προσευχόμενος: «(Σε  παρακαλώ)  να  προσέξεις  τη  δέησή  μου,  Κύριε,  Θεέ  του  Ισραήλ,  ώστε  να  είναι  (συνεχώς)  οι  οφθαλμοί  σου  στραμμένοι  σ’  αυτόν  τόν  οίκο,  μέρα  και  νύχτα,  στόν  τόπο  που  είπες  ότι  θα  είναι  το  όνομά  σου  εκεί»  (Βασιλ. Γ  η , 27  29).
«Και  είπε  ο  Κύριος  πρός  αυτόν  (τόν  Σολομώντα)·  άκουσα  τη  φωνή  τής  προσευχής  σου...  και  αγίασα  τόν  οίκο  τούτον,  που  οικοδόμησες,  για  να  θέσω  το  όνομά  μου  εκεί...  και  να  είναι  (συνεχώς)  εκεί  (στραμμένοι)  οι  οφθαλμοί  μου  και  η  καρδία  μου...»  (Βασιλ. Γ  θ , 2  3).
Εδώ  πρέπει  να  διευκρινίσουμε  πώς  λέγοντας  ο  Θεός  ότι  θα  είναι  διαρκώς  το  όνομά  Του,  οι  οφθαλμοί  Του  και  η  καρδία  Του  στο  Ναό,  δέν  εννοούσε  ότι  θα  ήταν  ουσιωδώς  παρών  σ’  αυτόν,  αλλά  ότι  θα  ήταν  παρών  με  τη  Θεία  Χάρη  Του,  δηλαδή  τίς  άκτιστες  Θείες  Ενέργειές  Του.
Σε  αυτό,  λοιπόν,  το  Ναό,  το  Ιερό  Κατοικητήριο  του  Θεού,  εισόδευσε  η  Κυρία  Θεοτόκος.  Γιατί;  Διότι  ο  Ναός  προεικόνιζε  τήν  Παναγία  μας,  στήν  οποία  εισόδευσε  και  κατοίκησε  ο  Υιός  και  Λόγος  του  Θεού,  στο  πρόσωπο  του  Οποίου  ενώθηκαν  «ασυγχύτως, ατρέπτως, αχωρίστως και αδιαιρέτως»  η  Θεία  Φύση  (Ουσία)  και  η  ανθρώπινη  φύση  (ουσία).
Η  Παναγία  μας,  λοιπόν,  απ’  τήν  οποία  δανείστηκε  τήν  ανθρώπινη  φύση  ο  Θεάνθρωπος,  δέχθηκε  μέσα  της  ουσιωδώς  τόν  Ίδιο  το  Θεό,  γι’  αυτό  και  «εδείχθη  Πλατυτέρα  τών  ουρανών  βαστάσασα  τόν  Κτίστην».  Γι’  αυτό  και  αναδείχθηκε «ο  καθαρώτατος  ναός  του  Σωτήρος,  η  πολυτίμητος  παστάς  και  παρθένος,  το  ιερόν  θησαύρισμα  τής  δόξης  του  Θεού...»,  όπως  λέει  το  Κοντάκιο  τής  εορτής  τών  Εισοδίων.
Ναός  Θεού,  όμως,  δέν  αναδείχθηκε  μόνο  η  Θεοτόκος.  Ο  Ίδιος  ο  Θεάνθρωπος  Κύριος  αποκαλεί  τόν  Εαυτό  Του  ναό,  λέγοντας  πρός  τούς  Ιουδαίους:  «Λύσατε  τόν  ναόν  τούτον,  και  εν  τρισίν  ημέραις  εγερώ  αυτόν...  Εκείνος  δε  έλεγε  περί  του  ναού  του  σώματος  αυτού»  (Ιωάν. β , 19  21).
Και  είναι  ναός  ο  Κύριος  διότι  «εν  αυτώ  κατοικεί  πάν  το  πλήρωμα  τής  Θεότητος  σωματικώς»  (Κολ. β , 9).  Παραλλήλως,  όμως,  γίνεται  με  τρόπο  ακατάληπτο, αλλά  και  πραγματικό,  και  δικός  μας  ναός  ως  Κεφαλή  του  Σώματος  τής  Εκκλησίας,  στήν  Οποία  μάς  καλεί  να  εισοδεύσουμε  και  να  κατοικήσουμε  με  το  Άγιο  Βάπτισμα.  Έτσι, το  Βάπτισμά  μας  είναι  τα  προσωπικά  μας  Εισόδια  στο  Ναό  Ιησού  Χριστό,  εντός  του  Οποίου  συντελείται  «σύν  πάσι  τοίς  αγίοις»  το  μυστήριο  τής  σωτηρίας  μας.  Μέσα  στήν  Εκκλησία  ο  πεπτωκώς  και  αρρωστημένος  άνθρωπος  θεραπεύεται,  φωτίζεται  και  αγιάζεται.
Η  αλληλουχία,  όμως,  τών  εισοδίων  συνεχίζεται  με  τρόπο  μυστικό,  ασύλληπτο,  αλλά  και  πάλι  πραγματικό.  Μέσα  στο  Σώμα  τής  Εκκλησίας  γινόμαστε  και  εμείς  ναοί–κατοικητήρια  του  Θεού,  αφού,  όπως  ο  Ίδιος  μάς  λέει,  εισοδεύει  εντός  μας.  Πώς  επιτυγχάνεται  αυτό;  Με  δύο  τρόπους  κυρίως:
Πρώτα,  με  τήν  αγάπη  πρός  το  Θεό,  που  αποδεικνύεται  με  τήν  τήρηση  τών  εντολών  Του.  «Εάν  τις  αγαπά  με  (λέει  ο  Κύριος),  τόν  λόγον  μου  τηρήσει,  και  ο  Πατήρ  μου  αγαπήσει  αυτόν,  και  πρός  αυτόν  ελευσόμεθα  και  μονήν  (τόπο  διαμονής)  παρ’  αυτώ  ποιήσομεν»  (Ιωάν. ιδ , 23).
Έπειτα,  εισέρχεται  μέσα  μας  ο  Κύριος  με  το  μυστήριο  τής  Θείας  Ευχαριστίας,  καθιστώντας  μας  ναούς  Του.  Λέει  χαρακτηριστικά ένα  από  τα  τροπάρια  τής  ακολουθίας  τής  Θείας  Μεταλήψεως:  «Τάς  ανομίας  μου  πάριδε  Κύριε,  ο  εκ  Παρθένου  τεχθείς,  και  τήν  καρδίαν  μου  καθάρισον,  ναόν  αυτήν  ποιών  του  αχράντου  Σου  Σώματος  και  Αίματος».
Άλλωστε,  και  ο  θείος  Παύλος  μάς  τονίζει:  «Ο  γάρ  ναός  του  Θεού  άγιός  εστιν,  οίτινές  εστε  υμείς»  (Α  Κορ. γ , 17),  πράγμα  που  επαναλαμβάνει  και  σ’ άλλες  περιπτώσεις.
Εδώ  γεννάται  το  εύλογο  ερώτημα:  Γιατί  όλα  αυτά  τα  αλλεπάλληλα  εισόδια;  Ασφαλώς,  για  να  μάς  προετοιμάσουν,  ώστε  να  κάνουμε  τα  τελευταία  και  σπουδαιότερα  εισόδιά  μας  στη  μόνιμη  κατοικία  μας,  τήν  άνω  Ιερουσαλήμ,  όπου  κατά  τόν  Άγιο  Ιωάννη  τόν  Θεολόγο  «και  ναόν  ουκ  είδον  εν  αυτή·  ο  γάρ  Κύριος  ο  Θεός  ο  Παντοκράτωρ  ναός  αυτής  εστι,  και  το  αρνίον»  (Αποκ. κα , 22).
Εύχομαι  να  αξιωθούμε  όλοι,  με  τίς  πρεσβείες  τής  Κυρίας  Θεοτόκου,  να  ακούσουμε  «τόν  εξ  αυτής  τεχθέντα»  να  μάς  καλεί  τήν  ημέρα  τής  Κρίσεως  με  τόν  χαρμόσυνο  λόγο  Του:  «Ευ,  δούλε  αγαθέ  και  πιστέ!...  είσελθε  εις  τήν  χαράν  του  Κυρίου  σου»  (Ματθ. κε , 23).  Γένοιτο!".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου