Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Η ἑορτή τοῦ Ἄξιον Ἐστίν. (Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου)


web statistics


protato-axion-estin1

Τό θαῦμα καί οἱ σχετικές μέ αὐτό Διηγήσεις καί Ἐγκωμιαστικοί Λόγοι

    Ἡ θεομητορική ἑορτή τοῦ Ἄξιον Ἐστίν τελεῖται στίς 11 Ἰουνίου, στά πλαίσια τῆς ἑορτῆς τῆς «Συνάξεως τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ ἐν τῷ Ἄδειν», σέ ἀνάμνηση τοῦ θαύματος πού τέλεσε ὁ Ἀρχάγγελος ἐνώπιον τῆς εἰκόνας τῆς Θεοτόκου βρεφοκρατούσας, ἡ ὁποία φυλασσόταν στό παντοκρατορινό κελλί τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, γνωστό σήμερα καί ὡς τοῦ «Ἄξιον Ἐστίν», τό ὁποῖο βρίσκεται κοντά στήν κοίτη τοῦ χειμμάρου Λιβαδογένη, στόν σήμερα ὀνομαζόμενο «Λάκκο τοῦ Ἄδειν», στήν εὐρύτερη περιοχή τῶν Καρυῶν.


Ἡ διήγηση γιά τό θαῦμα τοῦ Ἄξιον Ἐστίν μᾶς ἔγινε γνωστή ἀπό τούς συντάκτες τοῦ 
Νέου Μαρτυρολογίου, οἱ ὁποῖοι δημοσίευσαν τό 1799 τόὙπόμνημα «Σεραφείμ τοῦ Θυηπόλου, περί τοῦ θαύματος τοῦ γενομένου ὑπό τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω ἤτοι περί τοῦ Ἀρχαγγελικοῦ ὕμνου, τοῦ, Ἄξιόν Ἐστιν». Σύμφωνα μέ τόν ὅσιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι ἐπεξεργάστηκε καί ἐπέφερε προσθῆκες στό ἀρχικό κείμενο τοῦ ἱερομονάχου Σεραφείμ, ὁ τελευταῖος διετέλεσε Πρῶτος τοῦ Ἁγίου Ὄρους περί τό 1550. Τό κείμενο στήν ἀρχική του μορφή (χωρίς τίς προσθῆκες τοῦ διασκευαστοῦ ὁσίου Νικοδήμου) βρίσκεται σέ αὐτόγραφο χειρόγραφο τοῦ ἱερομονάχου Σεραφείμ καί ἔχει ἀρχή: «Εἰς τό Ἅγιον Ὄρος εἰς τήν σκήτην τοῦ Πρωτάτου τό ἐν Καραῖς, ἐγγύς ἔνι λάκκος μέγας Ἄδης λεγόμενος, ἤγουν ὕμνος, ἔχοντος καί κελλίον καί εἰς τό κελλίον ἦν ἱερομόναχος…». Γράφηκε πιθανότατα πρίν τό 1516 καθώς ἡ Διήγηση ἔχει μεταφρασθεῖ στή ρωσική ἀπό τόν ὅσιο Μάξιμο τόν Γραικό.Σύμφωνα μέ τή διήγηση τοῦ θαύματος, ἕνας ξένος ὁδοιπόρος μοναχός ἐμφανίστηκε σέ μοναχό τοῦ Κελλίου, ἕνα ἀπόγευμα Σαββάτου, ἐνῶ ὁ Γέροντάς του ἀπουσίαζε στό Πρωτᾶτο γιά τή συνήθη ἀγρυπνία. Ὁ μοναχός δέχθηκε τόν ξένο, ἄν καί ἦταν ἀργά τό βράδυ, καί τόν ὁδήγησε ἐνώπιον τῆς εἰκόνας τῆς Θεοτόκου. Ἐκεῖ ὁ ξένος μοναχός ἔψαλε μέ ἐξαίσια μελωδία τόν ἄγνωστο ὡς τότε ὕμνο «Ἄξιον Ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σε τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν», πού οὐσιαστικά ἀποτελεῖ συμπλήρωση τοῦ θεομητορικοῦ ὕμνου «Τήν τιμιωτέραν τῶν χερουβείμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν σεραφείμ…», πού εἶχε συνθέσει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Μελωδός, ἐπίσκοπος Μαϊουμᾶ († 752/754) καί ὁ ὁποῖος ψαλλόταν μέχρι τότε. Ἔκθαμβος ὁ μοναχός τοῦ ζήτησε νά γράψει κάπου τόν ὕμνο. Μήν ἔχοντας ὅμως χαρτί προσκόμισε μιά πλάκα ὅπου ὁ ξένος ἔγραψε τόν ὕμνο, σύροντας θαυματουργικά τό δάκτυλό του. Στή συνέχεια ὁ ξένος, πού δέν ἦταν ἄλλος ἀπό τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ ἔγινε ἄφαντος. Ἐπιστρέφοντας ὁ Γέροντας τοῦ κελλίου ἄκουσε τά γενόμενα καί μετέφερε τήν πλάκα στήν κοινή σύναξη τῶν Καρυῶν καί στόν Πρῶτο, ὁ ὁποῖος μέ τή σειρά του τήν ἔστειλε στήν Κωνσταντινούπολη, μέ συνοδεία γραμμάτων πρός τόν Πατριάρχη καί τόν Αὐτοκράτορα. Ὁ ὕμνος ἀγαπήθηκε καί διαθόθηκε ἔκτοτε σ᾿ ὅλον τόν ὀρθόδοξο κόσμο. Ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου μεταφέρθηκε κατόπιν στό ναό τοῦ Πρωτάτου καί τοποθετήθηκε στό σύνθρονο τοῦ ἱεροῦ Βήματος. Ἡ λιτάνευση τῆς εἰκόνας στίς Καρυές, κατά τή δεύτερη ἡμέρα τοῦ Πάσχα, θεωρεῖται κορουφαία ἐκδήλωση τιμῆς πρός αὐτήν, πού καθιερώθηκε κατά τή βυζαντινή περίοδο. Τό σωζόμενο τυπικό τῆς λιτανείας χρονολογεῖται στόν 16ο αἰ. ἀλλά ἀποτελεῖ ἐπεξεργασμένη μορφή παλαιότερου κειμένου, ἀφοῦ μνημονεύεται στάση τῆς λιτανείας στή μονή Ἀλυπίου (σημερινό κουτλουμουσιανό κελλί τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων), πού ἤδη τόν 15ο αἰ., δέν ὑφίστατο πλέον ὡς μονή καθώς καί στή μονή τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου (τοῦ Ξύστρη) πού ὑφίστατο ὡς μονή κατά τή βυζαντινή περίοδο.

Τό διασκευασμένο κείμενο τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου φαίνεται ὅτι ἐπεξεργάστηκε τήν περίοδο 1837-1838 ὁ καταγόμενος ἀπό τή Σύμη ἱεροδιάκονος τῆς μονῆς Ἁγίου Παντελεήμονος Βενέδικτος († 1840), ὁ ὁποῖος ἔπειτα ἀπό αἴτημα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τοῦ Πρωτάτου, συνέταξε τήν ἀκολουθία τοῦ Ἄξιον Ἐστίν. Σ᾿ αὐτήν, στό Συναξάριον, μετά τήν στ’ ὠδή, ἐμπεριέχεται καί τό «Ὑπόμνημα περί τοῦ θαύματος τοῦ γενομένου ὑπό τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω, ἤτοι περί τοῦ Ἀρχαγγελικοῦ Ὕμνου, τοῦ Ἄξιον Ἐστίν», πού στήν οὐσία εἶναι ἕνα νέο κείμενο. Σύμφωνα μ᾿ αὐτό, τό θαῦμα συνέβη τό ἔτος 980, κάτι πού ἐπαναλαμβάνει καί ὁ μοναχός Ἰάκωβος Νεασκητιώτης στό ἔργο του: «Διήγησις μετ᾿ ἐγκωμίου εἰς τό θαῦμα τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ ἐν τῷ ἄδειν, τό, Ἄξιον Ἐστίν ὡς ἀληθῶς», τό ὁποῖο ἀναλύουμε στή συνέχεια (…)

(…)  Ἡ Διήγησις μετ᾿ ἐγκωμίου εἰς τό θαῦμα τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ ἐν τῷ ἄδειν, τό, Ἄξιον Ἐστίν ὡς ἀληθῶς, παραδίδεται σέ δύο αὐτόγραφους κώδικες τοῦ Ἰακώβου Νεασκητιώτου καί σ᾿ ἕνα ἀντίγραφό τους.

Ι) Κώδ. Ἁγ. Ἄννης 156 (ἀκαταλογογράφητος), τοῦ ἔτους 1848, ἰδιόγραφος Ἰακώβου Νεασκητιώτου.

φφ. 321α-326α: «Διήγησις μετ᾿ ἐγκωμίου εἰς τό θαῦμα τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ ἐν τῷ ἄδειν, τό, Ἄξιον Ἐστίν ὡς ἀληθῶς».

Ἀρχ. «Οὐρανίων ἀγγέλων ἡ οὐσία ἡ ἄϋλος καί ἀνθρώπων ἡ φύσις ἡ χοϊκή καί βρότειος, ἡ γῆ τε καί ὁ οὐρανός …».

Νά σημειωθεῖ ὅτι στόν ἴδιο κώδικα, φφ. 316α-320α, ὁ Ἰάκωβος παραθέτει καί τήν Ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἄξιον Ἐστίν.

ΙΙ) Κώδ. Ἁγ. Παντελεήμονος 205, ἔτους 1866, ἰδιόγραφος Ἰακώβου.

φφ. 2α-7α: «Λόγος μετ᾿ ἐγκωμίου εἰς τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, Ἄξιόν Ἐστιν. Ἀναγινωσκομένη ἐν τῷ περιωνύμω Ναῷ τοῦ Πρωτάτου τῇ Δευτέρᾳ  τῆς Διακαινησίμου».

ΙΙΙ) Κώδ. Ἁγ. Παντελεήμονος 206, 19ου αἰ., ὄχι διά χειρός Ἰακώβου.

φφ. 1α-7α: Διήγηση τοῦ θαύματος «ἐν τῷ Λάκκῳ τοῦ Ἄδειν παρά ἀρχαγγέλου Γαβριήλ».

φ. 2α: «Διήγησις περί τοῦ θαύματος τοῦ γενομένου διά τόν ὕμνον Ἄξιον Ἐστίν ὑπό τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ».

Ἀρχ. «Τό ἔνδοξον τοῦτο θαῦμα ἐγένετο ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω ἐπί τῶν εὐσεβῶν αὐταδέλφων βασιλέων Κωνσταντίνου καί Βασιλείου τῶν πορφυρογεννήτων, υἱῶν Ῥωμανοῦ τοῦ νέου, ἐν ἔτει σωτηρίῳ 980…».

IV) Κώδικας τοῦ σιμωνοπετρίτικου κελλίου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ἀντιγραφέντος τό 1853 ἀπό τόν ἱερομόναχο Ναθαναήλ Ζωγραφίτη, πού φέρει τήν ἐπιγραφή: «Ἀκολουθία τῆς ὑπερευλογημένης ἐνδόξου δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας. Συντεθεῖσα καί φιλοπονηθεῖσα παρά τοῦ σοφωτάτου καί ἀοιδίμου διδασκάλου κυρίου Βενεδίκτου Συμαίου. Νῦν δέ κατ᾿ ἔφεσιν καί αἴτησιν τοῦ πανοσιωτάτου κυρίου Θεοφυλάκτου Πνευματικοῦ καί ἐνοικοῦντος εἰς κελλίον καλούμενον ἐν τῷ Λάκκῳ τοῦ Ἄδειν (ἤτοι ψάλλειν), τῷ ὄντι πλησίον τῶν Καρεῶν. Ἀντεγράφη ὑπ᾿ ἐμοῦ τοῦ ταπεινοῦ ἐν ἱερομονάχοις Ναθαναήλ Ζωγραφίτου, τοῦ καί ἀρχιμανδρίτου, ὑπέρ οὗ καί εὔχεσθε οἱ ἐντυγχάνοντες, Ἀθωνίησιν ἐν ἔτει σωτηρίῳ ᾳωνγ’ 1853 Ἰανουαρίῳ».

πηγη.ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου