Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

H Θεοτόκος στην εικόνα της Γέννησης του Χριστου


web statistics
















































Η Εικόνα της Γεννήσεως, του Διονυσίου Σκλήρη
(Απόσπασμα)


Η εικόνα της Γεννήσεως έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού απεικονίζει εικαστικά το άρρητο μυστήριο της Ενσαρκώσεως του Θεού. Το γεγονός της ενανθρωπήσεως, κατά τη θεολογία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, αποτελεί τον συμπαντικό σκοπό, τον όποιο έθεσε ο Θεός στη Δημιουργία από την αρχή της, και τον όποιο «έχοντας στο νου» δημιούργησε τις φύσεις των όντων. Στην ενσάρκωση ενώνεται το κτιστό με το άκτιστο, το πεπερασμένο με το άπειρο, το χρονικό με το άχρονο, το υλικό με το αυλό, ο άνθρωπος με τον Θεό. Κατά την έκφραση του αγίου Μαξίμου, «όλος ο χρόνος και όλα όσα είναι εν χρόνω βρίσκουν την αρχή και το τέλος τους στον Χριστό». Και πραγματικά, στην εικόνα της Γεννήσεως η καθολικότητα του κτιστού μετέχει δοξολογικά στο μυστήριο της σωτηρίας: ο υλικός κόσμος, τα ζώα, οι άνθρωποι όλων των κατηγοριών, οι ασώματες φύσεις των αγγέλων, όλα τα είδη των όντων συμπαρίστανται στην κατ' εξοχήν επιφάνεια του Θεού.

Η παράσταση της Γεννήσεως άρχισε απλά περιλαμβάνοντας μόνο τη Θεοτόκο, το Θείο Βρέφος και τη φάτνη με τα ζώα. Στη συνέχεια, πολλές λεπτομέρειες εισήχθησαν και διαφορετικά θέματα συνετέθησαν, έτσι ώστε να φτάσουμε μετά τον 9ο αιώνα στην Ανατολή σε μια σχετική σταθεροποίηση της εικόνας με τη συμπερίληψη μιας πολλαπλότητας παραστάσεων. Στη Δύση εξακολουθούν και μετά να δημιουργούνται νέα θέματα. Αξίζει, όμως, να μελετήσουμε χωριστά τη δημιουργία, την εξέλιξη, το νόημα και τον συμβολιμό των επιμέρους παραστάσεων της εικόνας της Γεννήσεως, όπως διαμορφώθηκε στην Ανατολή.




Η θέση και το μέγεθος της Θεοτόκου στην εικόνα της Γεννήσεως καταδεικνύουν την κεντρική σημασία της για όλη την κτίση. Η Παναγία, περισσότερο από κάθε άλλο πνευματικό ή υλικό κτίσμα, συνέβαλε στην Ενσάρκωση του Θεού, φτάνοντας τη μέγιστη αλληλοπεριχώρηση με τη ζωή και την υψίστη ταύτιση με το θέλημα του Θεού. Και όπως η άρνηση της παλαιάς Εύας είχε ως συμπαντικές συνέπειες την πτώση της ανθρωπότητας και τη φθορά της φύσης, έτσι η κατάφαση της νέας Εύας στον Θεό έχει εξίσου συμπαντικές συνέπειες - την δια του Υιού της σωτηρία και ανακαίνιση του κόσμου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο δοξαστικό των Χριστουγέννων «Τί Σοι προσενέγκωμεν Χριστέ, η Παναγία παρουσιάζεται ως η ειδική ευχαριστιακή προσφορά του γένους των ανθρώπων στον Κτίστη, μια προσφορά ασύγκριτα σημαντικότερη από των άλλων κτισμάτων.
Υπάρχουν δύο βασικοί τρόποι απεικονίσεως της Θεοτόκου, πού αντιστοιχούν σε διαφορετικές θεολογικές προϋποθέσεις. Κατά τον πρώτο, η Παναγία κάθεται μπροστά από τη φάτνη και προσβλέπει με ήρεμο βλέμμα προς τον Χριστό. Με αυτόν τον τρόπο καταδεικνύεται το θεολογικό νόημα της ανώδυνου γεννήσεως του Χριστού, και κατ' επέκταση του αειπαρθένου της Θεοτόκου. Η έμφαση, δηλαδή, δίνεται στη θεϊκότητα του Βρέφους και στον υπερφυσικό χαρακτήρα της Γεννήσεως, προς αποφυγή της αιρέσεως του νεστοριανισμού. Κατά τον δεύτερο, η Θεοτόκος είναι ανακεκλιμμένη σε κλίνη δείχνοντας με την έκφραση της μεγαλύτερη κούραση. Εδώ, το θεολογικό αίτημα είναι να φανεί ο χειροπιαστός χαρακτήρας της Ενσαρκώσεως ενάντια σε κάθε είδους δοκητισμούς. Το ενδιαφέρον εστιάζεται στην ανθρωπότητα του Χριστού και στα φυσικά στοιχεία του τρόπου της Γεννήσεως.
Οι δύο αυτοί τύποι αρχικά εναλλάσσονται με διάφορες παραλλαγές σε Ανατολή και Δύση. Ο πρώτος κυριαρχεί περισσότερο στη Δύση, ενώ ο δεύτερος στην Ανατολή (κυρίως μετά τον 6ο αίώνα), ιδίως στη Συρία και στην Καππαδοκία.
Μεταγενέστερη είναι η παράσταση της γονυπετούς Παναγίας μπροστά στη φάτνη του Χριστού. Στην Ελλάδα συναντάται για πρώτη φορά σε εικόνα του Θεοφάνους του Κρητός στη Μονή Σταυρονικήτα το 1546, οφείλεται σε δυτικές επιδράσεις, αλλά ωστόσο καθιερώνεται σε κάποιο βαθμό. Στη Δύση, από τον 14ο αιώνα η παλαιότερη παράσταση της Γεννήσεως αντικαθίσταται από τον τύπο της Προσκυνήσεως του Θείου Βρέφους. Εδώ η Παναγία είναι γονυπετής με τα χέρια υψωμένα σε δέηση ή με ενωμένες τις παλάμες. Ο τύπος έχει αρχαία, παγανιστική προέλευση, αλλά εκφράζει και σημαντικά θεολογικά αιτήματα. Ιστορικά συνδέεται με τους στοχασμούς και τα οράματα της αγίας Μπριγκίτης της Σουηδίας και του ψευδο-Μποναβεντούρα για τη Γέννηση του Κυρίου. Θεολογικά απηχεί την τάση να καθαρθεί η παράσταση από κάθε στοιχείο πού θα μπορούσε να «μολύνει» την καθαρότητα και την ακεραιότητα της παρθενικής γεννήσεως, εξομοιώνοντας τη Γέννηση του Χριστού με τις φυσικές γεννήσεις. Η τάση αυτή σχετίζεται με την ολοένα αυξανόμενη λατρεία της Παναγίας ως Παρθένου στη Δύση. Εξίσου σημαντικό θεολογικό κίνητρο ήταν η θέληση να εξαρθεί η Θεότητα του Βρέφους.
Οι εικαστικές αυτές επιλογές σχετίζονται με ευρύτερους υπαρξιακούς, θεολογικούς και πατερικούς προβληματισμούς. Στην παράδοξη Γέννηση του Χριστού, πολλοί θεολόγοι είδαν μια σωτήρια για τον άνθρωπο υπέρβαση των φυσικών νόμων. Προκύπτει από μια σύλληψη «άνευ σποράς» και έναν τόκο «άνευ φθοράς». Έτσι καταργείται ο φαύλος κύκλος της ηδονής και της οδύνης, αφού η Θεοτόκος ήταν άπειρη τόσο της ηδονής στη σύλληψη, όσο και των ωδίνων στη γέννηση του Υιού της. Άλλα και σε πιο οντολογικό επίπεδο, αλλάξει ριζικά ο τρόπος γεννήσεως, δηλαδή ο τρόπος σύστασης της ίδιας της ταυτότητας του ανθρώπου. Ο βιολογικός τρόπος αναπαραγωγής έχει δύο πτυχές: τον σεξουαλικό πολλαπλασιασμό, και τον θάνατο του συγκεκριμένου προσώπου για χάρη της επιβίωσης του είδους μέσα στη σκυταλοδρομία της ζωής. Στο Πρόσωπο του Χριστού ο εσχατολογικός τρόπος υπάρξεως εισέρχεται στην ιστορία, και υπερβαίνονται και οι δύο πτυχές. Όχι μόνο ο θάνατος με την Ανάσταση, αλλά και ο φυσικός τρόπος γεννήσεως με την αειπαρθενία της Θεοτόκου. Θα άξιζε ειδικότερη θεολογική μελέτη το γεγονός ότι οι Βυζαντινοί δεν δίστασαν να απεικονίσουν την Παναγία κουρασμένη και κεκλιμμένη μετά τον τόκο. Πάντως, η έμφαση πού δόθηκε στη Δύση στον υπερφυσικό χαρακτήρα της Γέννησης, ίσως συνδέεται με συγκεκριμένα θεολογικά σκεπτικά, όπως, μεταξύ άλλων, την αντίληψη της αντικειμενικής μεταδόσεως του προπατορικού αμαρτήματος δια του «μεταπτωτικού» τρόπου γεννήσεως.
Ενδιαφέρον συμβολικό στοιχείο αποτελεί και το γεγονός ότι η Παναγία ανακεκλιμμένη μπροστά από το σπήλαιο και την κορυφή του ορούς, αποτελεί συμβολισμό του αειπαρθένου, αφού η Θεοτόκος χαρακτηρίζεται ως «ορός αλατόμητον». Εξάλλου, η «γλυκεία μελαγχολία», κατά την έκφραση του Φώτη Κόντογλου, στο βλέμμα της Παναγίας, κατά τον αποτελεί προοικονομία του τραγικού γεγονότος του Σταυρού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου