Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Ο Ευαγγελισμός στα απόκρυφα κείμενα.(Rogobete, Costena Cristina C)


web statistics


pic-0-norm
 επιμέλεια κειμένου:πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

Μία από τις αιτίες εμφάνισης των αποκρύφων διηγήσεων μπορεί να είναι  η  τάση  συμπλήρωσης  μίας  έλλειψης πληροφορίων  περί  της  Θεοτόκου  στα  κανονικά Ευαγγέλια.
Το αρχαιότερο και σημαντικότερο των Αποκρύφων, από το  οποίο  πληροφορούμαστε  για  τον  Ευαγγελισμό  είναι  το  Πρωτοευαγγέλιο  Ιακώβου.
Εκτός από την επιρροή στον καθορισμό κάποιων εορτών, τα απόκρυφα κείμενα και ειδικά εκείνα που σχετίζονται με τη σκηνή του Ευαγγελισμού έχουν εμπνεύσει  και  την  εικονογραφική  τέχνη.  Οι  τοιχογραφίες  σε  ναούς  της Καππαδοκίας,  τα  ψηφιδωτά  του  νάρθηκα  της  Μονής  της  Χώρας  στην Κωνσταντινούπολη, οι τοιχογραφίες του Καθολικού της Μονής Χιλανδαρίου, της Περιβλέπτου  του  Μυστρά,  των  εξωτερικών  τυχογραφιών  στα  μοναστήρια  της Μολδαβίας, στη Ρουμανία, αποδίδουν την προέλευσή τους στο Πρωτοευαγγέλιον του  Ιακώβου.
Α.Η σχετιζόμενη με τον Ευαγγελισμό ιστορία ξεκινάει σ’ αυτό το κείμενο μ’  ένα από τα επεισόδια της νηπιακής ηλικίας της Παρθένου, όταν οι ιερείς ζητούν  την κατασκευή ενός καταπετάσματος για το ναό του Κυρίου και διαθέτουν γι’  αυτό επτά παρθένους της φυλής του Δαυίδ. Αυτές διαλέγουν τα χρώματα και η  Μαρία, «λαβοῦσα τὸ κόκκινον ἔκλωθεν».
Η  ιστορία  συνεχίζεται  έξω  από  το  σπίτι ,  κοντά  σ ’  ένα  φρέαρ ,  όπου  η  Παρθένος έρχεται να πάρει νερό. Εκείνη τη στιγμή ακούει μία φωνή λέγοντάς  της·  «Χαῖρε  κεχαριτωμένη,  ὁ  Κύριος  μετὰ  σοῦ ,  εὐλογημένη  σὺ  ἐν  γυναιξίν».
Κοιτώντας  γύρω  της  και  μη  βλέποντας  κανέναν,  με  φόβο ,  («σύντρομος»),  γυρνάει στο σπίτι «καὶ λαβοῦσα τὴν πορφύραν ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ θρόνου αὐτῆς  καὶ  εἶλκεν  αὐτήν».
Αυτή  τη  στιγμή  που  η  Παρθένος  κεντούσε,  εμφανίζεται  μπροστά της ο άγγελος Κυρίου και της μεταφέρει την αγγελία ότι θα συλλάβει  παιδί. Η στιγμή δηλαδή του κεντήματος συμπίπτει με τη σύλληψη του Χριστού.
Η κουρτίνα που έφτιαχνε η Παναγία διαχώριζε τα Άγια από τα Άγια των Αγίων, \ σύμφωνα  με  την  περιγραφή  της  Εξόδου.  Αυτή  η  εικόνα  της  Παρθένου  έχει  εμπνεύσει την εικονογραφία για τη σκηνή του Ευαγγελισμού.
Το  επόμενο  κεφάλαιο  που  ακολουθεί  τη  σκηνή  του  Ευαγγελισμού,  συνεχίζει  την  ιστορία  με  την  επίσκεψη  της  Μαρίας  στην  Ελισάβετ .
Ο  συγγραφέας  σημειώνει  ότι  αυτή  η  επίσκεψη  έγινε  μετά  από  τη  στίγμη  που η  Παρθένος είχε τελειώσει «τὴν πορφύραν καὶ τὸ κόκκινον». Επίσης τα λόγια με τα  οποία την ασπάζεται  η Ελισάβετ στο ευαγγέλιο του Λουκά, αποδίδονται σ’αυτό το  κείμενο  σ’  έναν  ιερέα·  «Καὶ  εὐλόγησεν  αὐτὴν  ὁ  ἱερεὺς  καὶ  εἶπεν·  Μαριάμ, ἐμεγάλυνεν Κύριος ὁ Θεὸς τὸ ὄνομά σου, καὶ ἔση εὐλογημένη ἐν πάσαις ταῖς  γενεαῖς τῆς γῆς».
Μία  άλλη  λετπομέρεια  του  Πρωτοευαγγελίου  εικονίζει  την  Ελισάβετ  απασχολημένη με την ίδια δουλειά, φτιάχνωντας δηλαδή ένα ύφασμα· «Χαρὰν  δὲ λαβοῦσα Μαριὰμ ἀπίει πρὸς Ἐλισάβετ τὴν συγγενίδα αὐτῆς. Καὶ ἔκρουσεν  πρὸς τὴν θύραν. Καὶ ἀκούσασα ἡ Ἐλισάβετ ἔρριψεν τὸ κόκκινον καὶ ἔδραμεν πρὸς τὴν θύραν…».
Το  παράδοξο  στοιχείο  αυτού  του  κειμένου  το  οποίο  δικαιολογεί  και  το  απόκρυφό  του  χαρακτήρα,  αποτελείται  από  την  έκπληξη  της  Παρθένου  στα  λόγια της Ελισάβετ, αφού, μας λέει ο συγγραγέας· «[…] ἡ Μαριὰμ δὲ ἐπελάθετο  τῶν μυστηρίων ὧν ἐλάλησεν αὐτῇ Γαβριὴλ ὁ ἀρχάγγελος». Αυτή η παράξενη  προσθήκη ότι η Μαρία έχει ξεχάσει τα ευαγγελιζόμενα από του Γαβριήλ είναι  απολύτως αντίθετα με το ευαγγέλιο του Λουκά στο οποίο, επισημαίνεται ότι η  Παρθένος κρατούσε και θεωρούσε μέσα της όλα τα ρήματα του Κυρίου.
Το  τέλος  της  ιστορίας  της  επίσκεψης  στην  Ελισάβετ  εισάγει  μία  άλλη  λεπτομέρεια στην οποία κανένα από το ευαγγέλια δεν αναφέρεται, σχετικά με  την ηλικία της Μαρίας. Εδώ ο συγγραφέας μας λέει ότι η Παρθένος «ἦν δὲ ἐτῶν  δέκα ἕξ ὅτε ταῦτα ἐγένετο τὰ μυστήρια».
Β.
Τον ΙΑ′ αιώνα, ο Επιφάνιος ο μοναχός επιφέρει κάποιες καινοτομίες στην  ευαγγελισκή  διήγηση  περί  του  Ευαγγελισμού.
Στην  πρώτη  περίπτωση,  η  δώδεκα ετών Παρθένος, που βρισκόταν στο ναό του Σολομώντος, είδε «κατὰ τὴν  ὥρα τῆς προσευχῆς της ἕνα φῶς λαμπρότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ ἄκουσε  φωνὴ προερχόμενη ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο· θα γεννήσεις υἱό».
Όπως επισημαίνεται στη  συνέχεια  της  διήγησης,  η  Θεοτόκος  κρατάει  μέσα  της  το  όραμα  και  το  αποκαλύπτει μετά από την Ανάληψη του Κυρίου. Αυτή η πληροφορία διαφορεί  από τη συνηθισμένη ευαγγελική περικοπή, αφού δεν υπάρχει καμία αναφορά  στο  δισταγμό  και  τις  αμφιβολίες  της  Παρθένου  απέναντι  στις  εξαγγελίες.
Ο  καθηγητής  Γ.  Φίλιας  εξηγεί  τη  συγκεκριμένη  πληροφορία  ως  αναφερόμενη  πιθανότατα  στο  γεγονός  της  Γέννησης  του  Κυρίου  και  ότι  η  διήγηση  «δεν  διεσώθη λόγῳ του αντιφατικού χαρακτήρα της».
Η  δεύτερη  περίπτωση  του  κειμένου  του  Επιφανίου  εναρμόζεται  με  την  αφήγηση του ευαγγελιστή Λουκά. Η Παρθένος βρίσκεται στο σπίτι του Ιωσήφ,  τη  στιγμή  του  Ευαγγελισμού,  δέχεται  την  αγγελία  του  Γαβριήλ ,  αλλά  ταυτόχρονα, εκφράζει πρώτα την αμφιβολία της και μετέπειτα τη διαβεβαίωση  του Γαβριήλ περί των εξαγγελομένων.
Γ.
Ο Ευαγγελισμός  παίρνει  πιο  συνταρακτικές  διαστάσεις  στο  απόκρυφο  Ευαγγέλιο του  Βαρθολομαίου το Δ′ αιώνα. Συγκεντρώνονται οι απόστολοι για να  ρωτήσουν τη Μαρία πως συνέλαβε τον Κύριο στα σπλάχνα της, πως γέννησε και  βάστασε αυτόν που είναι αβάσταχτος. Έχουν αμφιβολίες και ο ένας ζητά από  τον άλλο να αναλάβει την πρωτοβουλία.
Τελικά ο Βαρθολομαίος πλησιάζει την Παρθένο και εκφράζει την έκληξή  του  μπροστά  στο  μυστήριο  της  σάρκωσης·  «Χαίροις  σύ,  σκηνὴ  ὑψίστου ,ἐρωτήσομέν  σε  πάντες  οἱ  ἀπόστολοι  πῶς  συνέλαβες  τὸν  ἀχώρητον  ἢ  πῶς  ἐβάσταξας τὸν ἀβάστακτον ἢ πῶς ἔτεκες τὸ τηλικοῦτον μέγεθος».
Η Παρθένος όμως φοβάται να εξηγήσει το μυστήριο, αν και οι απόστολοι  επιμένουν,  ώστε να  μην  δημιουργήσει  με  το  θάρρος  της  την  καταστροφή  του  ολόκληρου  κόσμου·  «πῦρ  ἐκ  τοῦ  στόματός  μου  ἐξελεύσεται  καὶ  καταφλέξει  πᾶσαν τὴν οἰκουμένην».
Αλλά οι απόστολοι επιμένουν να λάβουν μία απάντηση. Η Θεοτόκος τους  σηκώνει για προσευχή. Οι απόστολοι κράζουν ξανά το ακατάληπτο μυστήριο με  το οποίο ο Θεός, ο αόρατος και ο απερίγραπτος, χωράει σ’ένα κτιστό πλάσμα· «Ὁ  ἐν τοῖς οὐρανοῖς μόλις χωρηθεὶς εἰς σὲ ἠυδόκησεν».
Η Παρθένος αρχίζει να τους διηγείται το γεγονός του Ευαγγελισμού και  της σύλληψης. Μία πρώτη πληροφορία που ενέπνευσε μετέπειτα τα πατερικά  κείμενα  αναφέρεται  στην  πνευματική  ζωή  της  Παρθένου  κατά  τη  διάρκεια  διαμονής της στα Άγια των Αγίων. Αυτό το κείμενο διαβεβαιώνει μία παράδοση  κατά την οποία η Θεοτόκος τράφηκε αυτή την περίοδο από έναν άγγελο. Επίσης  μοναδική  είναι  εδώ  η  περιγραφή  του  Γαβριήλ ,  η  εμφάνιση  του  οποίου  είναι  μεταξύ  των  ορίων  κτιστού  και  ακτίστου· «Ὥστε  ἤμην  ἐν  τῷ  ναῷ  τοῦ  Θεοῦ  λαμβάνουσα  τὴν  τροφὴν  ἐκ  χειρὸς  ἀγγέλου,  μιᾷ  τῶν  ἡμερῶν  ἐφανερώθη  μοι  θέσις μὲν ὡς ἀγγέλου, τὸ δὲ πρόσωπον αὐτοῦ ἦν ἀχώρητον, οὐκ ἔχων ἐν τῇ χειρὶ  αὐτοῦ ἄρτον ἢ ποτήριον καθὼς ὁ πρὶν πρὸς μὲ ἐρχόμενος ἄγγελος».
Η  διήγηση  συνεχίζει  με  κάποιες  λεπτομέρειες  που  φαίνονται  να  εμπνέονται από άλλα βιβλικά κείμενα . Η παρουσία του αρχαγγέλου μπροστά  στην Παρθένο της δημιουργεί μεγάλο φόβο και τρόμο που υπενθυμίζει και την  κοσμική ταραχή που έγινε τη στιγμή της σταύρωσης του Χριστού· «καὶ ἐξαίφνης  διερράγη  τὸ  πέπλον  τοῦ  ναοῦ  καὶ  σεισμὸς  μέγας  ἐγένετο  καὶ  ἔπεσα  ἐπὶ  τὸ  πρόσωπον ἐγὼ μὴ φέρουσα τὴν ἰδέαν αὐτοῦ. Ὁ δὲ ὑπέβαλε τὴν χεῖραν αὐτοῦ καὶ  ἤγειρέν  με  καὶ  ἀνέβλεψα  εἰς  τὸν  οὐρανὸν  καὶ  ἦλθεν  νεφέλη  δρόσου  εἰς  τὸ πρόσωπόν μου καὶ ἐράντησέν με ἀπὸ κεφαλῆς ἕως ποδῶν, ὅ δὲ ἀπέμαξέν με τῇ  στολῇ αὐτοῦ».
Ο  Γαβριήλ  απευθύνεται  στην  Παρθένο  με  τον  ίδιο  χαιρετισμό  που  βρίσκεται  στην  ευαγγελική  περικοπή,  προσθέτωντας  όμως  και  την  ονομασία  «σκεῦος  ἐκλογῆς».  Μετά  από  αυτό  το  χαιρετισμό  ακολουθεί  ένα  γεγονός,  πιθανότατα μοναδικό στην απόκρυφη λογοτεχνία, και ταυτόχρονα σχετιζόμενο  με  τον  Ευαγγελισμό. Μ ’  έναν  θαυμάσιο  τρόπο,  ο  Αρχάγγελος  φέρει  έναν  «ἄρτον»  και ,  τοποθέτωντάς  τον  επάνω  στο  θυσιαστήριο  του  ναού,  τρώει  από  αυτό και μετέπειτα τον δίνει στην Παρθένο. Το επεισόδιο δεν τελειώνει όμως  μετά από τη στιγμή που κοινωνούν του άρτου. Ο Γαβριήλ φέρει και ένα ποτήριο  από  το  οποίο  πίνουν  και  οι  δύο·  «Καὶ  πάλιν  ἐπάταξεν  τὴν  εὐώνυμον  τοῦ  ἐνδύματος  αὐτοῦ  καὶ  ἐγένετο  ποτήριον  ὑπερμεγέθης  πλήρες  οἴνου  καὶ  ἔπιεν  πρῶτον καὶ ἔδωκεν καὶ ἐμοί, καὶ ἐθεώρησα καὶ εἶδον ποτήριον πλῆρες καὶ τὸν  ἄρτον».
Ο αρχάγγελος αναγγελεί τον ερχομό του Σωτήρα τρία χρόνια αργότερα·  «Καὶ εἶπέν μοι· ἔτι τρεῖς ἐνιαυτοὶ καὶ ἀποστείλω σοὶ τὸν λόγον μου καὶ συλλήψῃ  υἱόν, καὶ διʹ αὐτοῦ σωθήσεται πᾶσα κτίσις, σύ δὲ τὸ ποτήριον τοῦ κόσμου. Εἰρήνη  σοί, ἀγαπητή μου, καὶ σὺν σοὶ ἔσται εἰρήνη μου διὰ παντός».
Το πιο ενδιαφέρον  στοιχείο  σ’  αυτό  το  απόσπασμα  είναι  η  έκφραση  με  την  οποία  η  Παρθένος  χαρακτηρίζεται ως «ποτήριον του κόσμου», έκφραση που συνήθως αναφέρεται  συμβολικά στον Χριστό.
Όπως  ήδη  είχε  προειδοποιήσει  τους  αποστόλους,  η  προσπάθεια  της  Παρθένου  να  διηγηθεί  το  γεγονός  του  Ευαγγελισμού  πηγάζει,  «πῦρ  ἐκ  τοῦ  στόματος αὐτῆς». Η διήγηση φαίνεται να είχε αποτελέσει μία παράβαση που  μπορεί να οδηγήσει στη «συντέλεια του κόσμου»· «[…] ἐπιφανεῖς ὁ Κύριος λέγει  τῇ Μαριάμ· μὴ φθέγγου τὸ μυστήριον τοῦτο, ἐπειδὴ συντελεῖται πᾶσα ἡ κτίσις  σήμερον.  Καὶ  φόβῳ  συσχεθέντες  οἱ  ἀπόστολοι  ἐφοβήθησαν  μὴ  ποτε  ὀργισθῇ  αὐτοῖς ὁ Κύριος».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.Η Εορτή του Ευαγγελισμού.Rogobete, Costena Cristina C.(ΑΠΘ)
2.Οι Θεομητορικές εορτές.Γ.Φίλια
3.Τα Απόκρυφα Ευαγγέλια.Γ.Καραβιδόπολουλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου