Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

Η Θεοτόκος και το χριστολογικό δόγμα. Οικουμενικές Σύνοδοι


web statistics



Βασική θέση της ορθόδοξης θεολογίας, που έχει αποτυπωθεί και παγιωθεί στη δισχιλιετή εκκλησιαστική ιστορία της, είναι ότι κάθε αναφορά στο πρόσωπο της Παναγίας συνδέεται άμεσα με το ρόλο της στο έργο της εν Χριστώ οικονομίας. Αυτό είναι ανάγκη να τονιστεί εξαρχής, για να αποφευχθούν πιθανές δογματικές παρανοήσεις. Πρόσφατα εμφανίστηκαν θεολογικές τάσεις για αυτονόμηση του προσώπου της Θεοτόκου είτε με την τοποθέτησή της πάνω από την ιστορία είτε με την παραθεώρηση του ιστορικού της προορισμού. Οι νεωτεριστικές αυτές τάσεις, ξένες προς το πνεύμα της ορθόδοξης θεολογίας, ευνόησαν την ανάδυση κακοδοξιών και διεύρυναν το χάσμα μεταξύ των Χριστιανών.
Η Παρθένος Μαρία γεννήθηκε ως απλός άνθρωπος, σύμφωνα με τους νόμους της φύσεως, γι’ αυτό και εκπροσωπεί το ανθρώπινο γένος. Έζησε και η ίδια στην κατάσταση της φθοράς και του θανάτου που προκάλεσε η πτώση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι φέρει και κάποια προσωπική ενοχή. Η Παρθένος, όπως και όλοι οι απόγονοι του Αδάμ, κληρονόμησε την ευθύνη της θνητότητας. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι οι άνθρωποι ως απόγονοι του Αδάμ δεν ευθύνονται για το αμάρτημά του. Παρά ταύτα μετέχουν της φθοράς και του θανάτου που πέρασαν στο ανθρώπινο γένος με τη δική του ευθύνη και ενοχή. Η ελεύθερη επιλογή του κάθε ανθρώπου προσδιορίζει το βαθμό της προσωπικής του ένοχης και το μέτρο της συμβολής του στη συσσώρευση του κακού μέσα στον κόσμο που έχει την αρχή του στην αδαμική πτώση.
Η Παναγία, με την προσωπική της πορεία προς την τελείωση και την αγιότητα, και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος αναδείχθηκε το κατεξοχήν «σκεύος εκλογής», η κατοικία και η μητέρα του Θεού. Ο χαρακτηρισμός «Θεοτόκος» από το σώμα της Εκκλησίας δηλώνει την αποδοχή του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού. Έτσι έχουμε άμεση αναφορά στο χριστολογικό δόγμα και σαφή προσδιορισμό της θέσεως της Παρθένου ως μητέρας του Θεανθρώπου. Η καθιέρωση του όρου «Θεοτόκος» έγινε από την αναγκαιότητα δογματικής κατοχυρώσεως του προσώπου του Χριστού απέναντι στη νεστοριανή αίρεση και την αμφισβήτηση της θείας φύσεώς του. Στην Καινή Διαθήκη οι ευαγγελιστές και οι άλλοι απόστολοι αποκαλούν την Παρθένο συνήθως μητέρα του Κυρίου. Κατά τον Ευαγγελισμό ο αρχάγγελος Γαβριήλ αποδίδει στην Παρθένο Μαρία την ιδιότητα της μητέρας του Θεού, αφού το «άγιον» που θα γεννηθεί από αυτήν θα ονομαστεί «υιός Θεού». Έκτος αυτών, εξίσου σημαντική θεωρείται και η έμμεση υπόμνηση της θεϊκής μητρότητας της Παρθένου στα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Ότε δε ήλθεν το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού, γενόμενον εκ γυναικός…», «Περί του υιού αυτού του γενομένου εκ σπέρματος Δαυίδ κατά σάρκα» και «οι Ίσραηλίται, ων οι Πατέρες και εξ ων ο Χριστός το κατά σάρκα…». Πολλοί ήσαν άλλωστε, όπως είδαμε, οι συμβολισμοί της Παλαιάς Διαθήκης που προεικονίζουν την Παρθένο ως μητέρα του Θεού. Μνημονεύουμε ενδεικτικά τις προεικονίσεις της χρυσής στάμνας με το μάννα, της κιβωτού του Νώε, της σκηνής του Αβραάμ και της σκηνής του Μαρτυρίου.
Η προβολή της Παρθένου Μαρίας ως Θεοτόκου έγινε στην Γ΄ Οικουμενική Συνοδό της Εφέσου. Η Σύνοδος αυτή αντικρούοντας τη γνωστή αίρεση του Νεστορίου διατύπωσε την αλήθεια για το πρόσωπό της πάντοτε σε ευθεία αναφορά προς τον Υιό της και Θεό. Αυτό φαίνεται καθαρά στο ακόλουθο απόσπασμα: «Τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν εν μια, και τη αυτή υποστάσει πατροπαραδότως, και οσιοπρεπώς προσκυνείσθαι, και κηρύττεσθαι δογματίσαντες, ακολού­θως και την πανάχραντον αυτού, και αειπάρθενον μητέρα κυ­ρίως, και αληθώς, καλείσθαι και Θεοτόκον παραδεδώκασιν· οις γαρ τον Θεόν Λόγον σαρκί, γεννηθήναι καταδεξάμενον, τέτοκε, Θεοτόκος ενδίκως δοξολογείσθαι». Αλλά και η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας, καταδικάζοντας τον Μονοφυσιτισμό, πρόσθεσε στον αρχικό όρο της Συνόδου της Χαλ­κηδόνας τον όρο «Θεοτόκος». Σύμφωνα με τα Πρακτικά της Συνόδου, ο αρχικός όρος δεν περιείχε το χαρακτηρισμό «Θεοτόκος» για την Παρθένο Μαρία που αναγκαστικά προστέθηκε αργότερα στον τελικό όρο. Αυτό αποδεικνύεται από τις αντιδράσεις ορισμένων Πατέρων οι οποίοι, μετά την ανάγνωση του αρχικού όρου, επέμειναν να προστεθεί στο τελικό κείμενο η λέξη «Θεοτόκος». Τότε ακούστηκαν φράσεις όπως: «…το Άγιον Πνεύμα τον όρον υπηγόρευσεν. Ο όρος ορθόδοξος έστι, Θεοτόκος η Παρθένος Μαρία… η Θεοτόκος Μαρία τω όρω προστεθή,… ο Χριστός Θεός έστιν». Έτσι προστέθηκε στον τελικό όρο της Χαλκηδόνας ο χαρακτηρισμός «Θεοτόκος».
Είναι ανάγκη όμως να επισημειώσουμε ότι η θεολογική αλήθεια και η γενικότερη στάση της Εκκλησίας έναντι του προσώπου της Μητέρας του Κυρίου είχε διαμορφωθεί πολύ πριν από τον πέμπτο αιώνα, την περίοδο κατά την οποία ο Άρειος αμφισβήτησε τη θεία φύση του Ιησού Χριστού. Αυτό φαίνεται καθαρά σε κείμενο του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας όπου αναφέρονται τα εξής: «Εφίης ουν άρα και τοις την Αρείου νοσούσι μανίαν, εν μείοσιν είναι λέγει του Πατρός τον Υιόν, ήγουν τοις άλλοις, οι την του Αγίου Πνεύ­ματος κατακομίζουσι φύσιν της θεοπρεπούς υπεροχής» Έτσι η Εκκλησία στο Σύμβολο των Οικουμενικών Συνόδων Νικαίας και Κωνσταντινουπόλεως παρουσίασε την επίσημη θέση της. Στο Σύμβολο αυτό, που αποτελεί επιτομή της όλης διδασκαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, διακηρύσσεται η πίστη «εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού τον μονογενή… Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού… τον δι’ ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα» .
Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς και Πατέρες αφήνουν να διαφανεί στα έργα τους η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας που συνδέει άμεσα την Θεοτόκο με το χριστολογικό δόγμα. Κατά τον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό, η διδασκαλία για την Παναγία υπάρχει μόνο σε σχέση με την Χριστολογία. Γι’ αυτό δεν υφίσταται κάποια αυτόνομη «Μαριολογία» ή ανθρωπολογία με επίκεντρο την Θεοτόκο. Αυτά πρέπει να εντάσσονται στο πνεύμα της αλήθειας ότι η Παρθένος Μαρία που γέννησε τον Χριστό, τον τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο, είναι Θεοτόκος . «Ὀθεν δικαίως καί αληθώς Θεοτόκον την αγίαν Μαρίαν ονομάζομεν τούτο γάρ το όνομα άπαν το μυστήριον της οικονομίας συνίστησι.
Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, που δικαίως θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς υπερασπιστές του ορθοδόξου δόγματος, πρωτοστάτησε με σκληρούς αγώνες και στην αποκατάσταση της θεολογικής αλήθειας για το πρόσωπο της Παναγίας. Γράφει λοιπόν χαρακτηριστικά: «Ει γαρ έστι Θεός ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, πώς ου Θεοτόκος η τεκούσα αγία Παρθένος;».Ο Βασίλειος Σελευκείας κάνει λόγο για όλους εκείνους τους προφήτες που προαγόρευσαν την παρου­σία του Χριστού και τη γέννησή του από την Παρθένο. Από αυτήν βλάστησε το άνθος που στεφάνωσε το ανθρώπινο γένος με δόξα και τιμή. Ο Ανδρέας Κρήτης, που ανέλυσε τις πτυχές όλων των σημαντικών γεγονότων του βίου της Παναγίας, την αποκαλεί «σκήνωμα του Θεού», γιατί κυοφόρησε τον Χριστό και έγινε η «ευλογημένη». Ο ίδιος σε άλλη ομιλία εξαίρει την ιδιότητα της Παρθένου ως μητέρας του Θεού, για να υπομνήσει τον άρρηκτο δεσμό της με τον Υιό της. «Ω θύγατερ Αδάμ και Μήτερ Θεού! Ω άνανδρε Μήτερ, και παιδοτόκε Παρθένε! Ω ποίημα του ποιηθέντος εν σοι χρονικώς, και μη εκστάντος της οικείας αϊδιότητος!». Ομοίως και ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, με βαθιά θεολογικές ομιλίες που εκφράζουν το κλίμα της ησυχαστικής κινήσεως της εποχής του, αποκαλεί την Παναγία Θεομήτορα, Μητέρα Θεού, Αειπάρθενο, Παρθενομήτορα, Μητροπάρθενο και Θεία Παρθένο.
Έτσι εξαίρεται η ουσία του διαλλακτικού ρόλου της στη σχέση Θεού και ανθρώπων.
Στη θρησκευτική συνείδηση του εκκλησιαστικού πληρώματος η Παναγία είναι η Θεοτόκος που γέννησε το σωτήρα του κόσμου. Αυτή η πίστη αποδίδεται εναργέστατα στην ορθόδοξη εικονογραφία, υμνογραφία και λατρευτική παράδοση της Εκκλησίας μας. Η Παναγία εικονογραφείται, υμνείται και τιμάται μαζί με τον Χριστό. Απεικονίζεται «ως Παναγία και Υπεραγία διά να εξάρη την διδασκαλίαν περί του προσώπου αυτής, θεωρουμένου πλέον εν σχέσει προς το μέγα γεγονός της Σαρκώσεως και την δι’ αυτού σωτηρίαν του κόσμου». Έτσι και μέσω των εκκλησιαστικών τεχνών, που απηχούν τη δογματική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, διασφαλίζεται η αλήθεια για το πρόσωπο της Θεοτόκου, πάντοτε σε σχέση προς τον Υιό της.
(Ευτυχία Γιούλτση, «Η Παναγία. Πρότυπο πνευματικής τελειώσεως», εκδ. Π. Πουρναρά – Θεσ/νίκη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου